Αριστερή κυβερνητική προοπτική και media Ένα κακόγουστο «παιχνίδι» στο μετέωρο βήμα των πολιτικών κομμάτων. Mόνο που η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να περιμένει την καταστροφή

   Προσπαθώ από προχθές να καταλάβω πως προέκυψε η εντολή του λαού για μια αριστερή κυβέρνηση,  που σε προσωπικό επίπεδο πάντα ονειρευόμουν για τη χώρα μου μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.. Βλέποντας τα ποσοστά των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν μου προκύπτει. Το 16.78 % και οι 1.061.265 ψήφοι του δεύτερου τη τάξη ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί μεν μια μεγάλη και ιστορική άνοδο για την αριστερά όμως δεν αποτελεί λαϊκή εντολή και δεν θα αποτελούσε ακόμα και αν προερχόταν από το 100% του εκλογικού σώματος και όχι του σημερινού με το 19% να μην εκφράζεται στη βουλή λόγω του 3% συν την αποχή που δεν μπορεί να ενταχθεί όλη στην αριστερά. Ακόμα και αν υποθέταμε πως το εκλογικό σύστημα ήταν η απλή αναλογική, και ακόμα και αν συναθροίζονταν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΔΗΜΑΡ, με το ΚΚΕ να αποτελεί εντελώς αυθαίρετη πρόσθεση μιας η θέση του είναι εντελώς διαφορετική όσον αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, πάλι το ποσοστό δεν ήταν ικανό να ορκίσει κυβέρνηση.
   Παρακολουθώντας τα media από το βράδυ της Κυριακής, με την πάροδο του χρόνου η αίσθηση αυτής της αριστερής στροφής που πέρναγαν προς τα έξω  γινόταν όλο και μεγαλύτερη.  Η συντριβή του Πασοκ αλλά και τα πολύ χαμηλά ποσοστά της ΝΔ, κόμματα σε άμεση σχέση και διαπλοκή σε όλα τα επίπεδα με τα media, εμφάνισαν το ΣΥΡΙΖΑ σαν τον μεγάλο νικητή των εκλογών. Όχι όμως στη βάση του ότι ήταν μια πολύ μεγάλη επιτυχία για την αριστερά αλλά στα πλαίσια της ίδιας και που πλέον ο λόγος και η δύναμη της μπορούν να αποτελέσουν ρυθμιστικό ρόλο. Εμφανιζόταν – ειδικά από τη στιγμή που αθροιστικά το Πασοκ και η ΝΔ δεν εξέλεγαν τους βουλευτές που θα τους εξασφάλιζαν δεδηλωμένη- ως η κυρίαρχη δύναμη. Κάτι που όμως σε επίπεδο ψήφων και ποσοστών δεν προέκυπτε από πουθενά. Με την ίδια λογική, τα ποσοστά του Καμμένου και οι 400.000 ψηφοφόροι της ΧΑ θα μπορούσαν να ερμηνευθούν αντιστοίχως αυθαίρετα ως μια ακροδεξιά στροφή.
   Προέκυπτε όμως από την αντιμετώπιση του Σύριζα τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από τους βουλευτές των δύο καταποντισμένων κομμάτων που δεν χρειάστηκε να κάνουν την αυτοκριτική τους ή να κρύψουν την αμηχανία τους για την τιμωρία της κάλπης. Η συζήτηση  με επίκεντρο την αριστερή προοπτική ήταν κάτι που βόλευε τους πάντες. Τα mediaπου χρόνια λειτουργούν ακραιφνώς προπαγανδιστικά υπέρ του δίπολου φέροντας πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση.  Τη ΝΔ μιας και απέτυχε δραματικά στο στόχο της να βγάλει αυτοδυναμία ή να αποτελέσει την αδιαφιλονίκητη προοπτική όπως μόνο ο Σαμαράς και οι κοντινοί του πίστευαν… Το Πασοκ που μέσα στη διαλυτική του αποσύνθεση  θυμήθηκε τον όμορο  χώρο που οι πολιτικές του απώλεσαν και που κανέναν πολίτη δεν μπορεί πλέον να πείσει για τη σοσιαλιστική του πρακτική.
   Η τακτική συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες που πολύ έντεχνα προσπάθησαν να ρίξουν το μπαλάκι» στον Τσίπρα και να ανασυνταχθούν μέσω της στήριξης στο ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει κυβέρνηση, άμεσα όμως εξαρτώμενη και από τα δύο. Η φθορά τους θα σταματούσε να προκαλεί την ελεύθερη πτώση τους μιας και αφ ενός δεν θα είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης αφ ετέρου  θα εμφανίζονταν να προτάσσουν τη διαλλακτικότητα και τη δημοκρατική τους  αρχή για το καλό του τόπου. Ταυτόχρονα, η  ανάληψη της χαώδους πραγματικότητας από το ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη και νομοτελειακά αστοχία του θα τους καθιστούσε άμεσα ως τις δυνάμεις ευθύνης και τελικά αθώες για τα οικονομικά εγκλήματα της πολιτικής τους.
   Το έργο δεν πέτυχε, ήταν άλλωστε πολύ πρόχειρο και αφελές. Η έπαρση όμως που επέδειξε τόσο ο αρχηγός όσο και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ την πρώτη μέρα σε συνδυασμό με τις αλλοπρόσαλλες για την πραγματικότητα δηλώσεις τους έδωσαν μια μεγάλη ανάσα στους φορείς του δικομματισμού ενώ και τα mediaπου στηρίζουν το υπάρχον σύστημα, εκμεταλλεύτηκαν άμεσα τον ξαφνικό αντιευρωπαϊσμό -σε πρακτικό επίπεδο- των θέσεων που δηλώνονταν χωρίς καν να εμφανίζουν μια κοινή γραμμή από τα στελέχη του Σύριζα, και επανέφεραν ανακουφισμένα τη ρητορεία της καταστροφής. Κι αν στο επίπεδο του προσωπικού μας θυμικού η ικανοποίηση για το» ρίξιμο στο καναβάτσο» και την εμφάνιση των αρχηγών των δύο πρώην «μεγάλων» κομμάτων σε ρόλο κομπάρσου που καλούνταν να αυτό-εξευτελιστούν για να υπάρξει πιθανότητα σύγκλισης ήταν κάτι που και ρεβανσιστικά ίσως τόνωνε το τσαλαπατημένο από τις επιλογές τους ηθικό μας, η πραγματικότητα όμως είναι τόσο ζοφερή που δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.  
   Οι εκλογές δεν έδωσαν σε κανένα κόμμα την εντολή να τηρήσει το πρόγραμμα του. Δεν νομιμοποίησαν κανέναν να συμπεριφερθεί ως ο απόλυτος άρχων, δεν επένδυσαν σε κανένα αλάθητο, δεν έδωσαν σε κανέναν το δικαίωμα να εμφανιστεί ως η σώφρον δύναμη  σταθερότητας.  Το μήνυμα ήταν να καταφέρουν να βρουν ένα κοινό τόπο συνεννόησης και συνεργασίας για την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων μιας χρεοκοπημένης χώρας που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου να κωλυσιεργεί σε μικροπολιτικές τακτικές για κομματικά ή παραταξιακά οφέλη στις επόμενες εκλογές.  
  Τα μνημόνια, οι συνθήκες, οι συμβάσεις που υπογράφει ένα κράτος και το δεσμεύουν αποτελούν ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ την υποχρέωση τόσο της τήρησης τους όσο και της συνεχούς προσπάθειας για καλυτέρευση των όρων. Είτε αφορά οικονομικές συμφωνίες, είτε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, είτε οτιδήποτε έχει να κάνει με διακρατικές συμφωνίες.  Η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου δεν είναι κάτι στιγμιαίο αλλά θα πρέπει να είναι μια συνεχής και αέναη προσπάθεια καλυτέρευσης των συνθηκών του. Και όπως σε όλες τις συμφωνίες η σύναψη τους βασίζεται στην ισχύ της παρούσας στιγμής των μερών που διαπραγματεύονται, έτσι και η επαναδιαπραγμάτευση ενός μνημονίου δανεισμού και διαχείρισης χρέους  είναι σε άμεση συνάρτηση από την ισχύ, την κατάσταση και τα εχέγγυα του δανειζομένου. Στην οικονομία όπως και στην ιστορία τίποτα δεν είναι απόλυτο και τα πάντα αναθεωρούνται αναλόγως της στιγμής και της συγκυρίας. Για τη χώρα μας το προαπαιτούμενο είναι οι ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κρατικό και οικονομικό μόρφωμα που έχουμε δημιουργήσει για να μπορέσουμε να ισχυροποιήσουμε τη θέση μας σε μια συνεχή διαπραγμάτευση. Κυρίως όμως να εξασφαλίσουμε παράλληλα την κοινωνική συνοχή που βρίσκεται ένα βήμα πριν τη διάλυση εφαρμόζοντας ισονομία και ισότητα στην κατανομή των βαρών.   Τα ποσοστά των εκλογών δεν έδωσαν σε κανέναν την εμπιστοσύνη να το κάνει μόνος του. Η εξασφάλιση της ισονομίας και της ισότητας δεν χρειάζονται προγραμματικές συγκλήσεις, σε μια δημοκρατία είναι προαπαιτούμενα. Οι πολιτικές, οι προτεραιότητες και η στρατηγική χάραξη ασφαλώς και χρειάζονται έναν κοινό τόπο.  Η εντολή των εκλογών ήταν να βρεθεί.  Αν δεν το συνειδητοποιήσουν άμεσα οι ηγετικές ομάδες των «σοφών» και συνεχίζουν να επενδύουν  στο προεκλογικό παιχνίδι παίζοντας με την καταστροφή, η μόνη που δεν θα του στήσει στο ραντεβού με την ιστορία είναι αυτή..

ΥΓ. Η ΧΑ δεν μπήκε τυχαία στη Βουλή, και είναι εντελώς αφελές να θεωρούμε πως 400.000 ψήφοι είναι συλλήβδην προϊόν μη ενημέρωσης και αφέλειας.  Όταν τα media όψιμα ξεκινούν μετά το «εγέρθητι» προς τους εκπροσώπους τους να θυμούνται το φασισμό της εν λόγω ομάδας, στο μυαλό του πεπεισμένου για την «αντίσταση» ψηφοφόρου της ΧΑ που γνωρίζει όπως όλοι μας το ρόλο  των media και την υποτακτικότητα των Βουλευτών προς τα μέλη τους με αντάλλαγμα τη δημοσιότητα, το μόνο που καταφέρνουν είναι την ενδυνάμωση της επιλογής του προς τη συγκεκριμένη φασιστική ομάδα.

Advertisements

"Εκτός Θέματος.."

 Το τελευταίο διήμερο και μετά τη συμφωνία της Κυριακής, διαβάζοντας άρθρα επί άρθρων στα εγχώρια και τα διεθνή μέσα μου ήρθε στο μυαλό η γνωστή φράση από τα διαγωνίσματα στο δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο, «ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ».. Η φράση δεν αφορά τα ξένα μέσα μιας και εμφανίζονται αρραγή κατά κανόνα στις διαπιστώσεις τους, αλλά  τις αναλύσεις, τα σχόλια, ακόμα και τις πολιτικές θέσεις  στη χώρα μας που εκτός από την υπερβολή, το λαϊκισμό και την περιχαράκωση στα καθ ημάς, απαντούν  σε επιμέρους προεκτάσεις και όχι στο λόγο ύπαρξης και την αιτία αυτής της σύμβασης που είναι σαφής και έχει μια και μόνο στόχευση. Την εξυπηρέτηση του ΥΠΑΡΚΤΟΥελληνικού χρέους που με τα σημερινά δεδομένα και κάτω από την χρονική πίεση ομολόγων που λήγουν το Ελληνικό κράτος όντας έξω από τις αγορές δεν ήταν δυνατόν να αποπληρώσει.
   Χρέος που αποτελεί υποχρέωση του Ελληνικού κράτους απέναντι στους πιστωτές του και που αφαιρεί ένα μεγάλο κομμάτι των κρατικών εσόδων, που ξεκινά να προϋπολογίζει τις δαπάνες του αφαιρώντας το, ανεξαρτήτως εάν είναι απεχθές, προϊόν κακοδιαχείρισης, εξωτερικής κερδοσκοπίας ή οποιασδήποτε αιτίασης. Τα μέτρα που συνοδεύουν τη σύμβαση κινούνται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Όχι στο επιμέρους και εσωτερικό κομμάτι της  διαχείρισης των εσόδων για κοινωνικούς ή αναπτυξιακούς άξονες, αλλά στην εξασφάλιση των πιστωτών για την αποπλήρωση του νέου εκτός αγορών δανείου.  
   Η διάρθρωση της χώρας στην παραγωγή πλούτου και η κουλτούρα που αναπτύχθηκε από το κράτος και οδήγησε στο σημερινό μόρφωμα δεν αποτελούν για τους πιστωτές παρά ένα μέσο πίεσης ή ακόμα και εκβιασμών για την εξασφάλιση τους και είναι ενταγμένο μέσα στους σκληρούς όρους του λεγόμενου «παιχνιδιού των αγορών» που γνώμονα δεν έχει την  ηθική ή δίκαιη απόδοση ελαφρυντικών, αλλά την κεφαλαιακή εξασφάλιση,  το κέρδος, ή στη χειρότερη για αυτούς κατάληξη, στην ελαχιστοποίηση του ρίσκου των απωλειών. Αυτός είναι και ο λόγος που η κατεύθυνση των χρημάτων του πακέτου των 130δις πηγαίνει στην ανανέωση ομολόγων, τους πιστωτές και τις εκτεθειμένες ελληνικές τράπεζες. Αυτός είναι και ο λόγως των επαχθών μέτρων που προαπαιτεί.
   Κάτω από αυτό το πρίσμα, και με δεδομένη τη δεινή θέση της χώρας στο πανευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον, το μνημόνιο ΙΙ όντως έδωσε μια ανάσα στην ελληνική οικονομία. Της έδωσε χρόνο και καλύτερους όρους σε σχέση με την πρότερη κατάσταση. Χρόνο για να προχωρήσει άμεσα σε αλλαγές διαχείρισης των εσόδων και δαπανών της, και καλύτερους όρους επιτοκίων αποπληρωμής των υποχρεώσεων, που αποτελούν το μη υπολογίσιμο τμήμα των εσόδων μιας και δεν παραμένουν στη  διαχειριστική ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης αφού δεν έχει πλέον το πλεονέκτημα κάλυψης τους με νέο δανεισμό.
   Ο ξένος τύπος αλλά κυρίως οι αναλυτές ξένων τραπεζών εστίασαν στο κομμάτι του χρόνου κρίνοντας πως με την παρούσα συμφωνία σε άμεση συνάρτηση της  υφεσιακής κατάστασης της χώρας, το κέρδος είναι βραχυπρόθεσμο και ο ορίζοντας όχι μόνο δεν φτάνει μέχρι το 2020 που είναι και η χρονολογία σταθμός θεωρητικά της επίτευξης στόχων, αλλά η ανάσα που παίρνει η Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένη χρονικά, μιλώντας ακόμα και για χρεοκοπία μέσα στην επόμενη διετία ενώ δεν έλειψαν και ακόμα πολύ πιο βραχυπρόθεσμες προβλέψεις.  
   Στη χώρα μας όμως η ανάγνωση έγινε διαφορετικά και κάτω από το πρίσμα του νέου διπολισμού ανάμεσα σε Μνημονιακούς και Αντι-μνημονιακούς. Θρίαμβος και ανακούφιση από τη μια, και καταστροφή από την άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις όμως κάτω όχι από τα  πραγματικά δεδομένα για το που στοχεύει και τι εξασφαλίζει ή όχι το νέο μνημόνιο, ούτε από το ότι το ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν είναι της αλληλεγγύης των λαών και της συνεργασίας όπως ο οραματισμός της ενιαίας δημιουργίας του, αλλά από στο πώς θα θέλαμε να είναι. 
Όχι στο ότι ανεξαρτήτως μνημονίου ή χρεοκοπίας είναι επιτακτική η ανάγκη άμεσης αναδιάρθρωσης ολόκληρου του οικονομικού περιβάλλοντος της χώρας που πρέπει άμεσα να αναθεωρήσει την έννοια του κράτους πελάτη και παραγωγής πλούτου ημετέρων και να περάσει στο στάδιο παραγωγής πλούτου αυτάρκειας και περιορισμού της αλόγιστης σπατάλης αρχικά, και κέρδους -δηλαδή πλεονασμάτων- στη συνέχεια με γνώμονα την κοινωνική ισότητα στην κατανομή βαρών και την ενίσχυση αδυνάτων κοινωνικών ομάδων, ειδικά στις μέρες που ζούμε.  
   Η μία πλευρά όμως πανηγυρίζει για την ανάσα, την «σωτηρία» και την αλληλεγγύη που έδειξαν οι εταίροι και επενδύουν στην πολιτική τους διατήρηση μέσα από φρούδες ελπίδες ανάπτυξης -με μικρές ή έστω και μεγάλες παραλλαγές λόγω μνημονίου- με όρους του πάλε ποτέ κραταιού συστήματος και χωρίς προαπαιτούμενο την άμεση εκμετάλλευση του χρόνου που σχεδόν δεν υπάρχει. 
   Η άλλη πλευρά στρουθοκαμηλίζει ανάμεσα σε νέα σχέδια Marshall και εξετάζοντας τους όρους  του μνημονίου κάτω από το πρίσμα της γερμανικής μπότας και τη οικονομικής κατοχής χωρίς να θέτει το ερώτημα στον εαυτό της πως θα φύγουμε από αυτή την κατάσταση. Χωρίς στοχευόμενο πρόγραμμα για το ποιες είναι οι άμεσες επιταγές της κρατικής διαχείρισης ανεξαρτήτως της ξένης επιβολής ακόμα και αν επιλέγαμε να διαγράψουμε μόνοι μας το χρέος με στάση πληρωμών, και χωρίς απαντήσεις για την αμεσότητα της πραγματικότητας που κοινωνικά είναι ζοφερή
Και οι μεν, και οι δε στον κανόνα, ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ…   

Κυβέρνηση Παπαδήμου. Άλλο ένα “πετυχημένο” πείραμα…

   Η ειδησιογραφία περιέχει μια μικρή είδηση…Υπερψηφίστηκε ο προϋπολογισμός για το 2012 με 258 ψήφους.  Αναμενόμενο ασφαλώς  μετά την απόφαση στήριξης της κυβέρνησης Παπαδήμου από τα δύο «μεγάλα» κόμματα. Αναμενόμενη όμως και η θέση της είδησης στην ιεράρχηση της επικαιρότητας.  Λιγότερο σημαντική από την μη πρόκριση του ολυμπιακού και λίγο περισσότερο σημαντική από τον καιρό της επόμενης μέρας. Ενδεχομένως, αν δεν υπήρχε για άλλη μια φορά η ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού που το τελευταίο διάστημα έχει εντρυφήσει στο νέο θεατρικό είδος του αυτό-αγιογραφικού του μονόπρακτου με τακτικές παραστάσεις, να μην αναφερόταν καν ως γεγονός. Και ας αφορά την πιο ουσιαστική διαδικασία της Βουλής που η αποδοχή ή όχι του προϋπολογισμού ενέχει χαρακτήρα ψήφου εμπιστοσύνης. Η όλη συζήτηση εξάλλου δεν αφορούσε το περιεχόμενο του προϋπολογισμού αλλά περιορίστηκε αφ ενός στη δελφινομαχία από πλευράς Πασόκ, αφ ετέρου στην αποποίηση οποιονδήποτε κυβερνητικών ευθυνών από τη ΝΔ που δεν συγκυβερνά αλλά στηρίζει, αντιπολιτεύεται αλλά και συμπολιτεύεται, έχει υπουργούς αλλά δεν είναι μέλος, και άλλα τραγελαφικά. 
   Κάτω από αυτό το πρίσμα η κυβέρνηση Παπαδήμου έχει πετύχει μέχρι στιγμής 100% το στόχο της.  Η διακυβέρνηση της χώρας, ο συνεχιζόμενος ολισθηρός δρόμος προς τη βιοποριστική αθλιότητα, τα νέα μέτρα που θα έρθουν μιας και η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί με αλχημείες εξισορρόπησης συσχετισμών πολιτικού κόστους, οι συνεχείς πτωχεύσεις ανθρώπων, δεν αποτελούν πλέον είδηση.    
   Η ζωή στη χώρα κινείται πλέον με αυτόματο πιλότο σε τρία παράλληλα σύμπαντα. Της κοινωνίας, της πολιτικής και της ειδησιογραφίας.  Κι αν για την κοινωνία τα αποτελέσματα της πολιτικής έχουν άμεσο αντίκτυπο, για την πολιτική και την ειδησιογραφία τίποτα δεν τέμνεται προς την κοινωνία.  Τα δύο κόμματα κερδίζουν χρόνο και αναλώνονται σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τη φθορά τους , το Λαός να εκμεταλλευτεί κάθε καιροσκοπική ευκαιρία χαϊδέματος των αυτιών της κοινής γνώμης, ενώ τα κόμματα της αριστεράς να κερδίσουν ποσοστά από την αγανάκτηση με επιχειρηματολογία ανάλογα με το σε ποιο κομμάτι της εκλογικής πίτας στοχεύουν  χωρίς να χρειαστεί να υποβάλουν προτάσεις ή να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα.
   Τα ΜΜΕ πάντα στο παιχνίδι της εξουσίας έχουν ταυτιστεί πλήρως με την ύστατη προσπάθεια αυτοσυντήρησης των κομμάτων.  Πλήρης ταύτιση απόψεων, έλλειψη πλουραλισμού που θα ζήλευε ακόμα και η κάποτε κραταιά ΕΡΤ την εποχή που δεν υπήρχαν ελεύθερες συχνότητες για άλλους, πλήρης αγιοποίηση του μονεταριστικού μονόδρομου που ενώ για την υπόλοιπη Ευρώπη καταλήγει σε αδιέξοδο για τη μηντιακή αντίληψη αποτελεί τη νέα μεγάλη ιδέα του έθνους που πρέπει με οποιοδήποτε κόστος να περάσει ως αναγκαία συνθήκη. 
   Η μη εκλεγμένη Κυβέρνηση Παπαδήμου εμφανίστηκε ως η μοναδική λύση με σκοπό την εκταμίευση της 6ης δόσης και την ολοκλήρωση της συνθήκης της 27 Οκτωβρίου. Μια συνθήκη που ήδη έχει σχεδόν ακυρωθεί μιας και η αποδοχή του περιβόητου κουρέματος –στο οποίο και ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός ήταν αντίθετος!!!- από τους ιδιώτες αποκλείεται όπως  φαίνεται να προχωρήσει.
 Θα προχωρήσουν όμως όλες οι συμβάσεις που κανείς υπουργός μονοκομματικής κυβέρνησης δεν θα έβαζε την υπογραφή του υπο το φόβο της ανομίας τους. Θα προχωρήσει η περαιτέρω διάλυση των εργασιακών σχέσεων στο βωμό της ανάπτυξης που δεν θα υπάρξει. Θα προχωρήσει περαιτέρω η προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης για τα αδιέξοδα που προκαλούν οι εκλογικές και δημοκρατικές διαδικασίες. Θα προχωρήσει η ανταμοιβή της αντιπαροχής που πρόσφερε η ελληνική ακροδεξιά αυτά τα δύο χρόνια όχι μόνο με την υπουργοποίηση 4 στελεχών της που ήδη έγινε, αλλά με την ανάδειξη τους ως εκφραστές της μετριοπάθειας και της λογικής σε ένα παιχνίδι στρεβλών εντυπώσεων και περαιτέρω συντηρητικοποίησης της κοινωνίας.
  Το πείραμα της Κυβέρνησης παρωδίας των 50 υπουργών και υφυπουργών , των 2 αντιπροέδρων και των 3 αρχηγών θα γραφτεί και αυτό στην ιστορία των μεγάλων λαθών με μοναδικούς χαμένους για άλλη μια φορά εμάς και την τραυματισμένη μας δημοκρατία. Αλλά πόσο ακόμα αντέχει αυτός ο τόπος από πειράματα ;