Καλή και κακή βία. Η ελαφρότητα της Ελληνικής κοινωνίας.

Το σημαντικότερο ζήτημα των ημερών κατά την άποψη μου δεν αποτελεί ούτε η πιθανή προσφυγή στις κάλπες υπό την απειλή νέων μέτρων, ούτε η κίνηση των 58, ούτε καν η με λιγότερη ένταση συνέχεια της χρυσαυγειάδας, αλλά η συζήτηση που άνοιξε για τη νομιμοποίηση της βίας και το «δικαίωμα» του πολίτη να αντιδρά με αυτό τον τρόπο αφαιρώντας την αποκλειστικότητα του κράτους να την ασκεί μέσω των αστυνομικών οργάνων. Ο λόγος που το θεωρώ σημαντικότερο δεν είναι μόνο κοινωνιολογικός αλλά έχει να κάνει άμεσα με τη χρονική συγκυρία που επιλέγεται ή έστω προκύπτει.
Αφορμή για τη συζήτηση ήταν δύο γεγονότα διόλου ασύνδετα μεταξύ τους. Από τη μία η εκκαθαριστική επιχείρηση που ονομάζεται «διάλυση της ΧΑ» και από την άλλη η θεωρία των δύο άκρων είτε επιθετικά από τους κυβερνητικούς μέντορες που φλερτάρουν με την πραγματική ακροδεξιά είτε αμυντικά χωρίς λόγο πέρα από εσωκομματικά παιχνίδια από την αξιωματική αντιπολίτευση. Οι συμψηφισμοί νεκρών, οι «δικοί» μας και οι «δικοί» σας συνήθως με αυθαίρετο για τα ίδια τα θύματα τρόπο, η ξαφνική «ανακάλυψη» είτε των αυτονομιστικών ομάδων στην αστυνομία είτε της βίας στα πανεπιστήμια, το ίδιο το μνημόνιο είτε ως αποτέλεσμα είτε ως συνταγματικό ή μη, τόσες και τόσες απόψεις που ξεκινούν από το σήμερα και φτάνουν μέχρι τον εμφύλιο που επανέρχεται στο πολιτικό προσκήνιο χωρίς σαν κοινωνία να έχουμε λύσει ιστορικά.
Ακόμα και το αυτονόητο για μια Πολιτεία που έχει αποδεχθεί το δημοκρατικό πολίτευμα ως συνέχεια των αρχών του Διαφωτισμού «καταδικάζουμε τη βία από όπου και αν προέρχεται» έγινε επιχείρημα με συγκεκριμένα ιδεολογικά χαρακτηριστικά διαχωριστικής τακτικής και σίγουρα χωρίς τη σαφήνεια και την ανιδιοτέλεια που η ίδια η φράση από μόνη της ξεκαθαρίζει. Βρίσκει δε στην αντιπέρα όχθη αντανακλαστικά που κάνουν το αυτονόητο ακόμα πιο διάτρητο.
Υπάρχει άραγε κακή και καλή ή έστω νομιμοποιημένη βία ως απάντηση μιας κοινωνίας στον αυταρχισμό; Οι απαντήσεις που δίνονται από όσους αποδέχονται το δεύτερο όσο και αν τα επιχειρήματα είναι δομημένα και πολλές φορές στηρίζονται σε ζοφερά στοιχεία της πραγματικότητας «ξεχνούν» το βασικότερο. Πως οι κυβερνήσεις στον τόπο άρα και οι επιλογές τους που έχουν οδηγήσει στον «κοινωνικό εκτροχιασμό» εκλέγονται με την ψήφο όλων των πολιτών με μοναδικό κριτήριο δικαιώματος το ηλικιακό. Κατά συνέπεια παρά τις ενστάσεις που μπορεί να έχουμε όλοι μας για το επίπεδο της δημοκρατίας που έχουμε κατακτήσει, η βία δεν νομιμοποιείται σαν μέσο αλλαγής από τη στιγμή που δεν είναι μονόδρομος για την κατάκτηση των ελευθεριών. Πολλώ δε μάλλον όταν η άσκηση της μπορεί να τις αφαιρέσει.
Ασφαλώς και είναι χρέος μας να απαιτήσουμε και να ορίσουμε το πού είναι τα όρια της κρατικής κατασταλτικής βίας και της ίδιας της αστυνομικής λειτουργίας κατά προέκταση.Όπως και είναι χρέος μας να απαιτήσουμε την τήρηση των νόμων για όλους.
Όταν όμως προβάλουμε την ανυπακοή μας ως κοινωνική απαίτηση, αμφισβητούμε, νομιμοποιούμε τον προπηλακισμό ως υγιή αντίδραση μιας κοινωνίας που υποφέρει, ξεχνάμε πως ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της κοινωνίας θέλει να πετάξει τους αλλόθρησκους ξένους στη θάλασσα, θεωρεί κοινωνικό έργο τα εγκλήματα της χρυσαυγήτικης συμμορίας και δεν θα είχε πρόβλημα με τη φυσική εξόντωση όσων διαφωνούν μαζί του. Γιατί όσο στρουθοκαμηλίζουμε πως αυτό το κομμάτι της «αλάθητα» χαϊδεμένης ελληνικής κοινωνίας δεν υπάρχει απλά τόσο περισσότερο τo οπλίζουμε..