Σε βήτα ενικό

Δεν συνηθίζω να αναδημοσιεύω αναρτήσεις. Η συγκεκριμένη είναι απο το blog 7 σε παίρνει αριστερα και αφορα το θέμα των κινητοποιήσεων του “κινήματος των αγανακτισμένων”. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τη συντακτρια για την αδεια της αναδημοσίευσης ενός κειμένου που βρήκα εξαιρετικό και που συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί -μιας και το ζήτημα της οπτικής απέναντι στη μορφή αυτής της κινητοποίησης  έχει «διχασει» ακόμα και όσους κινούμαστε στο ίδιο «μετερίζι»– δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αλήθεια του.

Σε βήτα ενικό

Όχι βρε φίλε. Δεν ήμουν εκεί. Ακόμα δεν είμαι εκεί. Δεν είναι ότι θέλω να είμαι εδώ. Ούτε και εδώ είμαι .Και με ρωτάς γιατί. Γιατί εκεί ήταν ο γείτονάς μου. Εκείνος που τυχαία, σε μια λαϊκή μου είπε » Μια χαρά είναι τα ΜΑΤ. Και μόνο που κάθε μέρα χτυπιούνται με τους αναρχικούς, πολλά κάνουν.» Και ήταν εκεί και εκείνος ο νεαρός που δε θυμάμαι το όνομά του. Εκείνος που συναντάμε στο πάρκο, στη βόλτα με τα σκυλιά. Εκείνος που μόλις είδε τον Αιγύπτιο με το σκυλί του τον ρώτησε με τον εξυπνακίστικο τρόπο του «το μάζεψες να το παχύνεις για να το φας;» Και ξέρεις φίλε. Ο Αιγύπτιος είχε μαζέψει ένα αποστεωμένο, κακοποιημένο σκυλί από το δρόμο ενώ ο νεαρός έσκασε το μηνιάτικο στο πετ σοπ για τη ράτσα. Και ήταν εκεί και εκείνη η συνάδελφος. Εκείνη που σνομπάριζε κάθε απεργία, μη «χάσει το μεροκάματο»και την ισιωτική στον κομμωτή.Εκείνη που σήμερα μου έκανε κήρυγμα για τον καναπέ.Και ήταν εκεί και εκείνος που σε κάθε χτύπημα των μπάτσων μιλούσε για αυτοπροστασία από αλήτες, περιθωριακά στοιχεία και τρομοκράτες.Και ήταν ακόμα και εκείνος που στις επόμενες εκλογές θα αναζητήσει καταφύγιο σε μια καινούρια ή και ίδια κοινοβουλευτική λύση.Εκείνος που καταδικάζει τη βία απ’όπου και αν προέρχεται ακόμα και αν προέρχεται από τον κολασμένο. Εκείνος που είδε κοινωνικά απόβλητα στα χέρια των μεσήλικων που μάτωσαν το κεφάλι του Χατζηδάκη ή έσκισαν τη μπλούζα του Παναγόπουλου.

Δεν ήμουν εκεί για τον ίδιο λόγο που δεν ήμουν εκεί με το μαύρο μπλουζάκι τον Αύγουστο του 2007 να κλαίω για τα καμμένα την ίδια ακριβώς στιγμή που καίγονταν.

Όχι φίλε. Δεν είμαι ελιτίστρια. Δεν είναι που ξέρω πού βρίσκονταν οι παραπάνω ως σήμερα. Μπορώ να παραβλέψω τον περασμένο τους λήθαργο, μπορώ να ξεχάσω την αλαζονεία τους σε κάθε δακρυγόνο, σε κάθε γκλοπιά σε σύντροφο, σε φοιτητή, σε εργάτη, μπορώ να ξεχάσω το χλευαστικό τους ύφος σε κάθε άκουσμα προσαγωγής και σύλληψης. Μπορώ να κλείσω τα αφτιά στον οτινανισμό και να αφουκραστώ το ετερόκλητο πλήθος. Είναι που φοβάμαι το που θα είναι αυτοί αύριο. Είναι που φοβάμαι το άτακτο σκόρπισμα σε μια ανακοίνωση αύξησης μισθών και επιστροφής κρατήσεων. Βλέπεις ο φιλήσυχος πολίτης δε δίνει σημασία όταν βλέπει καθημερινά να λείπουν μερικά ψιλά από το πορτοφόλι του. Μπορεί να το ανέχεται για χρόνια αλλά αγανακτεί μόνο όταν του κλέψουν ολόκληρο το πορτοφόλι και ας έχει ήδη αδειάσει. Είναι που μπορεί να αντέξει κάθε χούντα αλλά αγανακτεί μπροστά στην οικονομική υποδούλωση. Είναι που μπορεί να ανεχθεί κάθε αφεντικό ίδιας «φυλετικής» προέλευσης αλλά εξοργίζεται μπροστά στον ξένο τύραννο.Είναι που μπορεί να κοιμάται μακάριος αλλά θίγεται το πατριωτικό του φιλότιμο μόλις τον κατηγορήσουν ότι κοιμάται. Είναι που μπορεί να αντέξει καρτερικά κάθε ιδεολογική μέγγενη, να αντέξει τις σφαίρες στα πόδια, το μπαρούτι στο μυαλό αλλά να ασφυκτιά μπροστά στην οικονομική στένωση.

Όχι, δε μπορούσα να με δω εκεί. Πώς θα μπορούσα να με φανταστώ μέσα στο πατριωτικό ντελίριο και τον ιστορικό συμπλεγματισμό; Μέσα στις politically correct εκκλήσεις και τις επικλήσεις στον αυτοσεβασμό;

Και  όταν θα’μαι εκεί θα είμαι παρέα με την ιδεολογία μου. Γιατί ξέρεις, η ιδεολογία δεν είναι αξεσουάρ που το αφήνεις σπίτι όταν δεν ταιριάζει στο ντρεςς κόουντ της εκδήλωσης. Και θα’μαι εκεί με την οργή μου, το στρεβλωμένο μου μυαλό και τη συγχωρεμένη μου αυτοσυγκράτηση.Και θα’μαι εκεί με τη μάσκα μου, με την πέτρα, το μπουκάλι, τη βαριοπούλα και όποιο διαθέσιμο μέσο βρεθεί. Όχι γιατί είμαι ατρόμητη ή γενναία αλλά ακριβώς γιατί φοβάμαι. Γιατί μετρώ το φόβο μου σε κάθε μου ρυτίδα έκφρασης σε κάθε πετάρισμα των βλεφάρων. Και αυτό το φόβο δε θέλω να τον συμμεριστούν. Θέλω να τον φοβηθούν. Ξέρεις, τα σκυλιά όταν φοβούνται ή το βάζουν στα πόδια ή ανοίγουν τα πόδια ή ορμάνε και δαγκώνουν. Και αν θα’μαι εκεί δε θα΄μαι για «να είμαι και εγώ εκεί» αλλά θα είναι για να μη φύγω. Όχι για να μη χάσω το ραντεβού με την ιστορία, όχι για μια αράδα στο βιογραφικό, όχι για να μη μετανοιώσω που έχασα το ιβέντ. Όχι για τη βάρδια πριν και μετά τη δουλειά αλλά ακριβώς για την ώρα της δουλειάς.

Μόνο μη μου μιλάς για επανάσταση. Μου θυμίζεις τον κυνηγό που βγαίνει για εκπαιδευτικό με το κουτάβι και τα κατευθυνόμενα θηράματα και καυχιέται για το κίλλερ λαγωνικό του. Μίλα μου για την ευκαιρία μιας γενικευμένης κοινωνικής απεύθυνσης , μίλα μου για το γκάζι για τη φωτιά. Μίλα μου για την αισιοδοξία να γίνει η ανοιχτή αμεσοδημοκρατική συνέλευση το βίωμα σε κάθε γειτονιά, σε κάθε τετράγωνο, σε κάθε σπίτι. Μίλα μου για ελπίδα αλλά μη γυρίζεις το βράδυ χαρούμενος. Δε θυμάμαι ποτέ να γυρίσαμε χαρούμενοι μετά από καμία πορεία, από καμία διαδήλωση. Μίλα μου για κάτι που ψυχανεμίζεσαι ότι μπορεί να αλλάξει στο μυαλό, μίλα μου για το κλείσιμο του ματιού από ένα θυμικό που επιτέλους συμφιλιώνεται με την εγγενή οργή του αλλά μη μου μιλάς για «πειθαναγκασμό μιας νέας, έτοιμης και δεκτικής μάζας» Γιατί αν δε σου φτάνει μια μικρή εστία πολέμου στο άλλο ημισφαίριο της γης για να βγεις και να ουρλιάξεις, αν δε σου φτάνει η καταστολή στη δίπλα ρούγα, αν δε σου φτάνει ένα «μεμονωμένο περιστατικό» στις πλάτες κάποιου αγνώστου με κουκούλα, αν δε σου φτάνει ο «εξοστρακισμός μιας σφαίρας» στο κορμί ενός παιδιού, αν δε σου φτάνει το σκοτάδι ενός κελιού κληροδότημα σε κάποιον πρώην ανώνυμο και νυν επώνυμο που τόλμησε να μιλήσει, αν δε φτάνει η ίδια η ζωή ή η απουσία αυτής για να πειστείς, δε θα σου φτάσει η κάθε ή ο κάθε «ερωτευμένος σχιζοφρενής» για να σε πείσει.

Θα είμαι εκεί. Στο δρόμο, στην πλατεία, στην ταράτσα και όπου χρειαστεί. Αλλά θα είμαι εκεί με τις δικές μου προσλαμβάνουσες στην ίδια όμως πραγματικότητα. Παρέα με τις δικές μου ιδεολογικές αγκυλώσεις και αυταπάτες.

Και ελπίζω αύριο να έρθεις να μου χτυπήσεις την πλάτη, με εκείνο το βλέμμα της δικαίωσης. Να με κατηγορήσεις για αρτηριοσκληρωτισμό και άκρατο σεχταρισμό και να σου πω ένοχα «είχες δίκιο». Αλλά μέχρι αύριο να ξέρεις ότι θα’μαι εκεί, με εκείνους που δεν περιμένουν να δουν τον εξανθρωπισμό της εξουσίας αλλά ποθούν να τη δουν δυο μέτρα κάτω από το φλοιό της γης.

 

Advertisements

Η αγανακτισμένη «επανάσταση» των γεμάτων πλατειών μα κενών αιτημάτων

Σήμερα ξυπνήσαμε όλοι υπερήφανοι.  Σηκωθήκαμε από τον καναπέ, και δώσαμε το μεγάλο παρόν στις πλατείες και τους δρόμους. Ξυπνήσαμε.  Θα γεμίσουμε το Facebook με like, τα μπλόγκ μας με φωτογραφίες από τη λαοθάλασσα  που τρόμαξε τους πάντες και έδωσε μια σκληρή απάντηση στους Ισπανούς . Η Ελλάδα δεν κοιμάται, ήταν εκεί και διεκδικούσε.. Τι άραγε;  Την απάντηση στους Ισπανούς ότι δεν κοιμάται; Γιατί αυτή ήταν η αφορμή. Η απάντηση στους Ισπανούς που προσέβαλαν τους  περήφανους Έλληνες. Απάντηση με τα γνωστά στοιχεία έπαρσης που μας χαρακτηρίζουν όταν μας θίγουν οι δυτικοί που θεωρούμε πως ανήκουμε. Αλλά οι όμοιοι ταξικά δυτικοί. Αυτοί που μάλλον μας έκαναν να αισθανθούμε «ένοχοι » γιατί δεν είχαν άδικο.  Δεν αποτέλεσε αφορμή το να βγούμε στους δρόμους όταν οι αντίστοιχοι ευρωπαίοι της τρόικα  αλλά όχι όμοιοι μας καταφθάνουν και μας προσβάλουν κουνώντας μας το δάκτυλο με το στόμφο του αποικιοκράτη στους ιθαγενείς. Δεν αποτέλεσε αφορμή το ότι ψηφίστηκε ένα μνημόνιο μέσα σε συνθήκες που προσέβαλαν την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Δεν αποτέλεσε αφορμή το ότι είμαστε μια χώρα προσημειωμένη που ψάχνει για αγοραστές εν μέσω λοιδορίας.  Δεν αποτέλεσε αφορμή το ότι καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις και περνάμε σε καθεστώς δουλοπαροίκων. Και ο κατάλογος των αφορμών είναι μακρύς και ντροπιαστικός. Αλλά όχι πιο ντροπιαστικός από το ότι μαζευτήκαμε γιατί μας είπαν κοιμισμένους και όχι για αυτά που μας τσακίζουν.  
    Μιλάμε από χτες για ομοψυχία.  Γιατί οι πλατείες γέμισαν από μη κομματικούς συμβολισμούς. Για κάτι που θα έπρεπε κάτω απο τις σημερινές συνθήκες να είναι προαπαιτούμενο.Μόνο που η ομοψυχία και η αδελφοσύνη δεν είναι ζήτημα κομματικών οριοθετήσεων αλλά συμπεριφοράς απέναντι στο διπλανό μας στη δουλειά που του ακονίζουμε την καρέκλα σε ένα πόλεμο επιβίωσης, συμπεριφοράς σε αυτόν που απεργεί γιατί χάνει τη δουλειά του αλλά η κινητοποίηση του μας  «ταλαιπωρεί» και μας «ενοχλεί» γιατί τα ΜΜΕ μας ενημέρωσαν πως είναι συντεχνιακά προνομιούχος, συμπεριφοράς απέναντι  στην αποδοχή της συνδικαλιστικής μας εκπροσώπησης από κομματικούς εγκάθετους που δεν απομονώνουμε αλλά τους στηρίζουμε γιατί μέσω αυτών έχουμε τις «άκρες» μας για την επαγγελματική μας άνοδο, συμπεριφοράς  απέναντι στο διπλανό μας καταστηματάρχη  που κλείνει λόγω κρίσης αλλά που δεν στηρίξαμε.
   Ναι η πολιτική συμπεριφορά ανάξιων πολιτικών μας έχει αγανακτήσει. Ναι η κατάσταση έχει φτάσει προ πολλού στο μη παρέκει.  Ναι είμαστε αγανακτισμένοι αλλά μήπως είμαστε με τους εαυτούς μας; Αλήθεια στις μετά μνημονίου δημοτικές εκλογές πώς ψηφίσαμε; Αύριο πόσο από το ποσοστό των χτεσινών αγανακτισμένων όχι μόνο θα ψηφίσει ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αλλά θα «σταυρώσει» τον κάθε Λοβέρδο, Παπακωνσταντίνου, Παπαθανασίου, κλπ.;
Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει  πως η κάθοδος ανθρώπων για να διαμαρτυρηθούν είναι κάτι θετικό.  Έχουμε περάσει σε μια νέα εποχή που η τεχνολογία και τα κοινωνικά δίκτυα μας προσφέρουν την αμεσότητα  της πληροφορίας και τον εκμηδενισμό του χρόνου. Μόνο που οι διαμαρτυρίες πρέπει να έχουν αίτημα, θέση και πρόταση. Ναι θα παραμείνουμε στις πλατείες μέχρι να συμβεί κάτι που ζητάμε. Πραγματικό, συγκεκριμένο. Διαφορετικά, απλά είμαστε στο δρόμο προς μια απολιτίκ κοινωνία που είναι αγανακτισμένη αλλά δεν διεκδικεί, δεν πράττει, δεν απεργεί υπό τον προσωπικό φόβο της απώλειας του μισθού της , και «αγωνίζεται»  μέσω των στάτους, και απογευματινής βόλτας. Που ικανοποιείται να ακούει πως ξύπνησε την ώρα που το σύστημα που θέλει να πολεμήσει θα τη «σκεπάζει» χαμογελώντας..

Νεκροί χωρίς σύνορα σε μια χώρα που παραπαίει

   Την Τρίτη ένας 44χρονος έλληνας πέφτει νεκρός στο κέντρο της Αθήνας για μία βιντεοκάμερα πιθανώς από αλλοδαπούς. Το γεγονός σοκάρει την κοινή γνώμη μόνο που δεν πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν μάλλον αναμενόμενο τουλάχιστον για όσους ζουν ή κινούνται στο κέντρο της Αθήνας και μάλλον θέμα τύχης το ότι δεν είχε συμβεί μέχρι τώρα.
   Την Τετάρτη κατά τα επεισόδια της απεργιακής κινητοποίησης δύο άνθρωποι κατέληξαν στην εντατική με άγνωστο μέχρι στιγμής  το αν θα καταφέρουν να γλιτώσουν. Έλληνες  απεργοί, αναρχικοί ή όπως θέλουμε να τους βαφτίσουμε ιδεολογικά χτυπημένοι από έλληνες αστυνομικούς που θεωρητικά προασπίζουν την τάξη. Αλήθεια υπάρχει κανείς που πέφτει από τα σύννεφα ή και σε αυτή την περίπτωση είναι θέμα τύχης το ότι δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα να καταλήξει κάποιος νεκρός;
   Το ίδιο βράδυ ένας 21χρονος αλλοδαπός μαχαιρώνεται στην Πατησίων πιθανώς από έλληνες ως αντίποινα για το φονικό της Τρίτης. Αλήθεια υπάρχει κανείς που δεν περίμενε κάτι τέτοιο ή μήπως είναι η πρώτη φορά που γίνεται ρατσιστική επίθεση στην Αθήνα και από θέμα τύχης δεν υπήρξε ανθρώπινη απώλεια;
   Πριν ένα χρόνο έλληνες εργαζόμενοι πεθαίνουν από ασφυξία στη Marfin μετά από την πυρπόληση της από επίσης έλληνες απεργούς, αναρχικούς  ή όπως θέλουμε να τους βαφτίσουμε ιδεολογικά.  Ήταν η πρώτη φορά που πέφτει μολότοφ σε τράπεζα ή και πάλι λόγω τύχης δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο;
   Μια χώρα εγκαταλειμμένη στην τύχη της και μια κοινωνία που δρέπει τα αποτελέσματα ενός κύκλου βίας που δεν άνοιξε σήμερα, απλά τώρα είναι το αίμα που σοκάρει  και η ευκολία της απώλειας. Η πεποίθηση πως είμαστε όλοι εν δυνάμει αθώα θύματα ενός κράτους που προάγει τη βία και μιας κοινωνίας που έχει αποβάλει τα ανθρωπιστικά της αισθήματα και τώρα δρέπει τους καρπούς του έργου της. Ανταγωνισμός,  υποβάθμιση παιδείας, ρατσισμός κοινωνικός και φυλετικός, απαξίωση της ανθρώπινης ζωής.
   Θύτες και θύματα ανεξαρτήτως κοινωνικών και φυλετικών χαρακτηριστικών. Θύτες που υποτάσσονται στην «αρρωστημένη» ιδεολογία τους, ή την έλλειψη παιδείας τους και «ευνοούνται» από το καθεστώς ανομίας που χαρακτηρίζει ένα διαλυμένο κράτος με κοινό χαρακτηριστικό την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής.  
   Η γκετοποίησηση, η απουσία μεταναστευτικής πολιτικής, η επιλεκτική εφαρμογή του νόμου, το δικαίωμα στη διαμαρτυρία χωρίς καταστολή, η στέρηση του δημοκρατικού  δικαιώματος της ασφάλειας και αστυνόμευσης, είναι απλά οι λεπτομέρειες ενός συστήματος που έχει πτωχεύσει πολιτισμικά και ηθικά και προσπαθεί ανήμπορο να διοχετεύσει ηθελημένα την οργή σε ξεσπάσματα που θεωρεί ότι δεν διαταράσσουν την πολιτική ισορροπία.             Μετανάστες και έλληνες, «αναρχικοί» και χρυσαυγίτες, «αντιεξουσιαστές» και αστυνομία στις απεργίες , «οπαδοί» και ΜΑΤ, είναι τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα που το κράτος επιχειρεί να διοχετεύσει «ανώδυνα»  την οργή ενός λαού που παραπαίει. Το μεταναστευτικό συγχέεται εντέχνως με την ασφάλεια και αφήνεται στα χέρια της χρυσής αυγής και τον πρόεδρο του ΛΑΟΣ  νούμερο ένα προβαλλόμενου τηλεοπτικά πολιτικού και μεγαλύτερου πολιτικού καιροσκόπου. Οι απεργίες ταυτίζονται με τα επεισόδια και τη βία των «αντιεξουσιαστών»  και των ΜΑΤ ξεχνόντας το λόγο και τα αιτήματα για τα οποία γίνονται.  Τα γήπεδα γίνονται πεδία εκτόνωσης βίας για ανεγκέφαλους  ή επιρρεπείς που  «βολεύει» να υπηρετούν ποδοσφαιρικές «ιδεολογίες» από το να αποτελούν εν δυνάμει μυαλά έτοιμα για προσηλυτισμό από άλλες ιδεολογίες . Σε όλες τις «μάχες» των διαιρεμένων κοινός τόπος είναι η απουσία του νόμου και η βία που γίνεται ολοένα και πιο ανεξέλεγκτη σκορπίζοντας το φόβο με αποτέλεσμα να φοβίζει ακόμα περισσότερο έναν εν υπνώσει λαό που αρνείται να ταυτιστεί με τους «αντιμαχόμενους» και κλείνεται στον εαυτό του «μαζεύοντας» όμως ολοένα και περισσότερη οργή.  Και όταν αυτή ξεσπάσει δεν θα είναι ικανή να μετρήσει δίκαιο και άδικο .
   Σήμερα και μετά τα τελευταία συμβάντα είμαστε μπροστά σε ένα επερχόμενο πόλεμο Ελλήνων και ξένων, σε ένα νέο κύκλο βίας στο μεταναστευτικό. Αν το πολιτικό σύστημα δεν σταματήσει να στρουθοκαμηλίζει και να μετράει «κεκτημένα» και εκλογικά προσδοκώμενα, αν παραμείνει ως έχει αντιδημοκρατικό σε περίοδο δημοκρατίας και απάνθρωπο στην εποχή της κρίσης,  αυτός ο κύκλος όχι μόνο δεν θα κλείσει αλλά θα ανοίξει διάπλατα και το μόνο που θα φέρει είναι θύματα. Και αυτός ο τόπος δεν αντέχει άλλους νεκρούς.

Συνταξιούχοι βουλευτές και αγανάκτηση. Μήπως έχουμε και εμείς ευθύνες ;

 Και ξαφνικά σύσσωμο το έθνος αγανάκτησε. Οι συνταξιούχοι βουλευτές διεκδικούν αναδρομικά δεκάδες εκατομμύρια ευρώ μη σκεπτόμενοι την κρίση και  το έθνος που υποφέρει. Αγανάκτησε η κυβέρνηση, αγανάκτησε η αντιπολίτευση, αγανάκτησαν σύσσωμοι οι εν ενεργεία βουλευτές.  Αγανάκτησαν δηλαδή με τους μέντορες τους, με αυτούς από τους οποίους πήραν το χρίσμα και την κομματική τους πελατεία δηλώνοντας συνεχιστές, με αυτούς που στα πλαίσια της οικογενειοκρατίας που διέπει τη δημοκρατία μας είναι πατεράδες ή θείοι τους, με αυτούς που η φωτογραφία τους κοσμεί τα πολιτικά τους γραφεία, με αυτούς που σε κάθε ευκαιρία εξάρουν το ήθος και την προσφορά τους.
    Αγανακτήσαμε και όλοι εμείς για το θράσος τους να βάζουν το προσωπικό οικονομικό τους συμφέρον πάνω από το συλλογικό στη μαύρη περίοδο που περνάει η χώρα. Αγανάκτηση πέρα για πέρα δίκαιη αν εξετάσουμε την αξίωση τους ως μεμονωμένο περιστατικό. Είναι όμως έτσι ; Είναι η πρώτη φορά που οι εκπρόσωποι μας –και δεν έχει σημασία αν είναι πρώην ή νυν- λειτουργούν συντεχνιακά αδιαφορώντας για το κοινό αίσθημα ;
    Μήπως αυτή η αγανάκτηση θα πρέπει να μας οδηγήσει στην αυτοκριτική και αυτή με τη σειρά της στην αγανάκτηση με τον ίδιο μας τον εαυτό ; Οι πρώην βουλευτές δεν είναι μια ομάδα εργαζομένων. Είναι αυτοί που εμείς εκλέγαμε και επιλέγαμε να μας κυβερνήσουν και να μας εκπροσωπούν όλα αυτά τα χρόνια. Αυτοί που εμείς χειροκροτούσαμε στις πλατείες και τις συγκεντρώσεις. Αυτοί που εμείς «αθωώναμε» με την ψήφο μας σε εποχές πόλωσης όταν ακουγόταν ότι είναι μπλεγμένοι σε σκάνδαλα και τους ονομάζαμε αγωνιστές. Είναι οι ίδιοι που ψηφίζαμε για το ρουσφέτι άρα και την παράκαμψη της αξιοκρατίας και της νομιμότητας εις βάρος κάποιων που δεν εκλέχτηκαν ποτέ γιατί δεν θα μας το έκαναν.   Είναι όλοι αυτοί που διαχρονικά μέσω της πολιτικής έκαναν περιουσίες κατασπαταλώντας και βουλιάζοντας την Ελλάδα. Μόνο που όλους αυτούς εμείς του επιλέγαμε με τα σαθρά πολιτικά μας κριτήρια. Εμείς τους διαπαιδαγωγήσαμε  έτσι ώστε να πράττουν θεωρώντας μας  «λαουτζίκο» που δεν αντιδρά σε ότι και αν συμβαίνει.  Είναι οι τραγικές επιλογές μας ως εκλογικό σώμα που δεν λειτούργησαν ποτέ για το καλό του συνόλου αλλά πάντα με στενά κομματικά άρα και προσωπικά κριτήρια.
    Μαζί λοιπόν με την σωστή και επιβεβλημένη αγανάκτηση μας με αυτούς που έπραξαν όπως έπρατταν πάντα,  ας  πάρουμε ως αφορμή το τελευταίο τους έργο και ας αγανακτήσουμε και με τους  εαυτούς μας. Γιατί αν δεν το κάνουμε, αν δεν αλλάξουμε επιτέλους τα κριτήρια επιλογής μας και συνεχίσουμε την «παραγωγή» επαγγελματιών πολιτικών που χαρακτηρίζει η προσωπική και συντεχνιακή ιδιοτέλεια τότε απλά καλά μας κάνουν…