Γιατί ΔΕΝ απεργώ..

   Σήμερα είναι η «μεγάλη» απεργία της ΓΣΕΕ της ΑΔΕΔΥ, και όλων των άλλων μικρότερων συνδικαλιστικών υποκαταστημάτων. Όσοι έχουν συνείδηση του τι συμβαίνει, όσοι δεν είναι εξαπατημένοι από το σύστημα, όσοι αγωνίζονται και για τους άλλους, όσοι ξέρουν από πεζοδρόμιο και έχουν λιώσει σόλες, όσοι ξέρουν πράγματα που παίζονται στις πλάτες του λαού, όσοι κοινώς κατά τη λαϊκή έκφραση δεν είναι πρόβατα, θα είναι εκεί.
   Εγώ που δεν θα είμαι στο δρόμο αυτομάτως στη συλλογική συνείδηση των απεργών ή καλύτερα των απεργολάγνων –επαγγελματιών και μη- απεμπολώ όλα τα χαρακτηριστικά των πολιτικά ψαγμένων. Παράλληλα, η παρουσία μου στη δουλειά μπορεί να μου χαρίσει και άλλα παράσημα εκτός από την ταύτιση με το συμπαθές πρόβατο. Φοβισμένος, οσφιοκάμπτης των αφεντικών, αντιδραστικός, συντηρητικός, παρτάκιας και άλλα πολλά αντίστοιχα. Παλιότερα θα χαρακτηριζόμουν και φασίστας από αρκετούς. Αύριο βέβαια οι φασίστες θα είναι και αυτοί στο αντιμνημονιακό κάλεσμα μιας και έχουν γίνει πρωτεργάτες στους αγώνες του δρόμου, οπότε μάλλον τη γλιτώνω.
Ίσως μάλιστα κερδίσω και τη συμπάθεια κάποιων μιας και η απεργοσπαστική μου πράξη μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ύπνωσης μου από το σύστημα που με έχει κάνει να βλέπω το δέντρο και όχι το δάσος. Ύπνωση που καλά κρατεί από πρόπερσι στο μεγάλο ξεσηκωμό του λαού από τους καναπέδες που τόσο άλλαξε το πολιτικό τοπίο και μας έβγαλε από τα πολιτικά μας αδιέξοδα. Τότε που δεν ήμουν «αγανακτισμένος» για λόγους που έχω αναφέρει από αυτό εδώ το blog εδώ, και εδώ.
Σήμερα λοιπόν δεν απεργώ.

Δεν απεργώ γιατί πιστεύω πως στην κατάσταση που βρισκόμαστε ακόμα και μια μη παραγωγική μέρα είναι πολύ περισσότερο πολύτιμη από τον όγκο και τον παλμό των απεργών που δεν θα πάνε για καφέ ή θα κάτσουν σπίτι. Ακόμα και μια μέρα για ψυχαναλυτικούς λόγους και χάιδεμα αυτιών του λαού από τα ΜΜΕ κοστίζει πανάκριβα

Δεν απεργώ γιατί σήμερα ακόμα και μια μέρα χωρίς να λειτουργήσει ένας παιδικός σταθμός, ένα σχολείο, ένα νοσοκομείο, μπορεί να είναι δυσβάσταχτη οικονομικά στον αγώνα για την επιβίωση εκατοντάδων πλέον χιλιάδων συνανθρώπων μου.

Δεν απεργώ γιατί αρνούμαι να συμμετάσχω στο κάλεσμα. Ονειρεύομαι τη διάλυση των συνδικαλιστικών φορέων που κανείς δεν έχει εξυπηρετήσει το σύστημα καλύτερα από αυτούς και που στη δική μου κοσμοαντίληψη φέρουν τεράστιες ευθύνες για το σημείο που είμαστε.

Δεν απεργώ γιατί κουράστηκα από τις απεργίες του όχι και της άρνησης σε οποιαδήποτε αλλαγή μπορεί να αποβεί μοιραία για τα οφέλη του εκάστοτε εργασιακού μας μικρόκοσμου αλλά επωφελής για το σύνολο.

Δεν απεργώ γιατί επιτέλους θέλω να απεργήσω με αίτημα πρότασης και όχι με αίτημα άρνησης.

Δεν απεργώ γιατί βαρέθηκα να παραμυθιάζομαι πως θα με πάρουν σοβαρά με μια συλλογική απεργία όταν τις υπόλοιπες μέρες ζω στη ζούγκλα του ατομικισμού από τους ίδιους συναπεργούς συντρόφους..

Δεν απεργώ γιατί θα ήθελα το αίτημα προς την Κυβέρνηση να ήταν, αλλάξτε το κράτος και μην παίζετε το παιχνίδι των χαμένων κουκιών και του γλυψίματος και όχι το «κάτω τα χέρια απο τα κεκτημένο μας κράτος».

Δεν απεργώ γιατί οι εκλογές έγιναν πριν 3 μήνες και εμείς ο «ψαγμένος» λαός που ζει σε συνθήκες κρίσης εκλέξαμε την χειρότερη από πλευράς ατόμων καi προσωπικοτήτων Βουλή από καταβολής ίσως της ιστορίας μας.

Δεν απεργώ γιατί κουράστηκα να «απεργώ» κάθε μέρα πιστεύοντας στην ευθύνη που λέει ο Καστοριάδης ως: Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμαίικο, στον χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι, αναφερόμενος στην ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμαίικο;». Και επειδή κάθε μέρα βρίσκω απέναντι στις δικές μου απεργίες πολλούς από τους σημερινούς απεργούς , τους παραχωρώ τη μέρα. Εγώ θα συνεχίσω τις απεργίες μου από αύριο…

Νεοφασισμός στην Ελλάδα. Φασισμός ναι αλλά καθόλου νέος…

        Ο όρος του «νεοφασισμού» που εσχάτως με την άνοδο, την εδραίωση, και κυρίωςτην αποδοχή των πρακτικών της Χρυσής Αυγής έχει για τα καλά μπει στην καθημερινότητα, και στα δύο συστατικά του είναι εντελώς λανθασμένος. Κι αν για το φασισμό, που αφορούσε ιδεολογικό κίνημα στην Ιταλία του Μουσολίνι ο όρος έχει πλέον καθιερωθεί παγκόσμια ως συνώνυμο των πρακτικών του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της φυλετικής καθαρότητας και ανωτερότητας, του ακραίου συντηρητισμού, της προσκόλλησης στην παράδοση κλπ. στη χώρα μας μόνο νέος δεν είναι…  

Προσθήκ

   Τόσο ιδεολογικά όσο και ως στάση ζωής ουδέποτε έλειψε από την ελληνική κοινωνία. Ιδεολογικά ήταν πάντα εδώ καλυπτόμενος όμως από ιδεολογήματα όπως της «λαϊκής δεξιάς» και του «πατριωτικού Πασόκ» ( μιας και μετά την πτώση της χούντας -με εξαίρεση την ΕΠΕΝ στα τέλη της δεκαετίας του 70- η αναφορά σε κάθε τι με ακροδεξιά εμφάνιση δεν έβρισκε πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσει.    
   Η έννοια της ανωτερότητας του έθνους σε σχέση με τα γειτονικά κράτη πάντα καθόριζε ενδόμυχα την εξωτερική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο πως μέχρι την πτώση του επίσης ατυχώς λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι σχέσεις μας με ΟΛΟΥΣ όσους συνορεύαμε ήταν από εχθρικές μέχρι εμπόλεμες. Ακόμα και μετά με τη δημιουργία των νέων κρατών που προέκυψαν από τη Γιουγκοσλαβική διάλυση, μόνο με τους «ομόδοξους» Σέρβους οι σχέσεις μας είναι φιλικές. Τους  εμπορικά συμμάχους και προσκολλημένους όπως και εμείς στο αμερικανικό άρμα Βούλγαρους ποτέ δεν πάψαμε να αντιμετωπίζουμε με καχυποψία. Για τους Τούρκους ούτε κουβέντα. Ο μεγαλοϊδεατισμός και η αναπόληση της ιστορικά αυθαίρετα  βαπτισμένης ως Ελληνικής  Βυζαντινής αυτοκρατορίας   (ο Ζαμπέλιος και ο Παπαρρηγόπουλος που επινόησαν τη σύνδεση για πρώτη φορά στις αρχές του περασμένου αιώνα το έπραξαν για καθαρά λόγους ανύψωσης ενός καταρρακωμένου από χαμένες πολεμικές αντιπαραθέσεις λαού και σε μια περίοδο που η Ευρώπη ξεκινούσε να «αποχαρακτηρίζει» την κραταιά ως τότε αντίληψη οπισθοδρομικότητας της Βυζαντινής περιόδου)  ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της παιδείας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ακόμα και μετά την πτώση της χούντας που η αριστερά επικράτησε στην εκπαιδευτική στόχευση ο μεγαλοϊδεατισμός και η ανωτερότητα δεν πειράχτηκαν. Η εκκλησία, ένας ακραία συντηρητικός θεσμός ουδέποτε έπαψε να έχει λόγο στα εκπαιδευτικά και όχι μόνο συγγράματα. Το δόγμα του επίσης ιστορικά άκαιρου ελληνορθόδοξου πολιτισμού αποτελούσε ανέκαθεν κρατικό θέσφατο και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση στο λαό
    Στη δημόσια διοίκηση οι διώξεις για πολιτικούς λόγους αποτέλεσαν «λογική» συνέπεια αλλαγής κυβερνήσεων με τον συνδικαλισμό της γάγγραινας μπροστάρη. Τα πανεπιστήμια εξελίχτηκαν σε μέρη που η ελευθερία των απόψεων ήταν άμεσα συνυφασμένη με τη βία και τον αποκλεισμό των φορέων της άποψης που δεν συνάδει με την άποψη του πιο δυνατού στη βία. Ακόμα και στην τέχνη, η προοδευτικότητα ασχολήθηκε περισσότερο με την αποκατάσταση της αριστεράς παρά με την απαλλαγή του κακέκτυπου ελληνοπρεπούς Κανόνα. 
   Αντίστοιχα, η στάση ζωής της ελληνικής κοινωνίας ήταν ανέκαθεν διαποτισμένη από τη βία και τις φασιστικές εκφάνσεις.  Στον πρώτο βαθμό κοινωνικοποίησης η ενδοοικογενειακή βία, οι φαλλοκρατικές αντιλήψεις, και η επιβολή του νόμου του ισχυρού παρ ότι θεωρητικά με την πάροδο των χρόνων κρίνονταν καταδικαστέες και όχι αποδεκτές, στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία δεν έπαψε ποτε να βρίθει από περιστατικά που αποτελούν την καλά κρυμμένη πίσω από την εστιακή πόρτα πλειοψηφία.
   Η βία πάντοτε αποτελούσε το βασικό συστατικό της διεκδίκησης ή της επιβολής. Λεκτική, ψυχολογική ή σωματική έκανε και κάνει αισθητή την παρουσία της παντού. Η έννοια του διαλόγου ταυτίζεται με το αδιέξοδο, ενώ η ζύμωση και η σύνθεση απόψεων αποτελεί κάτι μάλλον ουτοπικό. Η λογική του όχλου και της πλειοψηφίας καθόριζε πάντα το «δίκιο». Από τη διεκδίκηση μέχρι την αισθητική. Οτι δεν συνάδει με τη λογική της «κοινής γνώμης» τείθονταν πάντα στο περιθώριο ή αφορούσε μικρές ομάδες που συνήθως αντιμετώπιζαν τη χλεύη του όχλου ή την αγανάκτηση. Τα ΜΜΕ ανέκαθεν χάιδευαν και συντηρούσαν αυτό το «παιχνίδι» που συνεχιζόταν αέναα.
Παρ όλα αυτά, η ανάπτυξη και η ευμάρεια δεν έδωσαν χώρο να μετουσιωθεί η φασιστική αντίληψη σε κίνημα. Η ατιμωρησία όμως, η ανομία και το δίκιο του δυνατότερου διαμόρφωνε και χαλύβδωνε συνειδήσεις. Το άκρο δεν χρειαζόταν να αφυπνιστεί.

   Η πρώτη αφύπνιση του ακροδεξιού «πατριωτικού» άκρου έγινε την περίοδο Σημίτη. Συνεπικουρούμενη από την αντιπολίτευση – ο Κώστας Καραμανλής μπορεί να αποδείχτηκε ανάξιος ως κυβερνήτης αλλά μόνο ως ακραίος ή φιλοφασιστας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί- η τότε κυβερνητική ομάδα προσπάθησε να αποδεσμευθεί  από τα παραδοσιακά «αξιώματα» με τη μαθηματική έννοια του όρου. Ωμα , απότομα και περνώντας όμως στο άλλο ακρο όπου οτιδήποτε είχε να κάνει με την έννοια πατρίδα, σύμβολο ή παράδοση αντιμετωπίστηκε με απαξία. Η τακτική αυτή ανέδειξε τον Χριστόδουλο -μια από τις πιο επικίνδυνες κατά την προσωπική μου γνώμη προσωπικότητες- σε αντίπαλο πόλο. Η «μάχη των ταυτοτήτων» ήταν απλά ένα περιστατικό στον πόλεμο δυο κόσμων που μόλις άρχιζε. Η ακροδεξιά αντίληψη ένιωθε πλέον σιγά σιγά ασύμβατη με τα κόμματα που βρισκόταν υπό τη σκέπη τους. Ο Καρατζαφερης αποδείχτηκε περισσότερο αριβίστας παρά ακροδεξιός και ο χώρος έμενε ορφανός και πολλά υποσχόμενος. 

   Η συνεχεία είναι γνωστή και τη ζούμε πλέον καθημερινά. Η οικονομική κρίση, η ατιμωρησία, η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η απουσία μεταναστευτικής πολιτικής και όλα όσα έχουν ήδη ειπωθεί, γραφτεί και γράφονται άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου. Ο φασισμός εξελίχθητε, μεταλλάχτηκε υιοθέτησε αριστερή ρητορική για να διεισδύσει  στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα και τα κατάφερε. Η αριστερά και η επικρότηση της βίας σε πολλές περιπτώσεις από τη μεριά της φέρει αρκετές ευθύνες που και αυτές έχουν γραφτεί και αναλυθεί. Ίσως σε σύντομο χρονικό διάστημα γίνουμε μάρτυρες ακροδεξιών τρομοκρατικών χτυπημάτων με τη σιωπηρή επιδοκιμασία του «λαού» . Σήμερα είμαστε ήδη μάρτυρες εκφοβισμού και υποκατάστασης του νόμου με λαική επιδοκιμασία..  Δεν ξέρω όμως τελικά αν είμαστε πολλοί ή λίγοι όσοι βλέπουμε την κατάσταση σαν εφιάλτη. Αυτό που γνωρίζω είναι πως φοβάμαι..