Αγροτικές κινητοποιήσεις και media. Η πρώτη “μάχη” με το σύστημα..

Ζούμε εδώ και μέρες στο «ρυθμό» των αγροτών. Ακούμε καθημερινά για τα δίκαια αιτήματα που όμως δε νομιμοποιούν το κλείσιμο των δρόμων, ακούμε τις εκατέρωθεν βολές για τη νοοτροπία των κομμάτων εξουσίας να υποθάλπουν χρόνια τους αγροτο-συνδικαλιστές όταν είναι στην αντιπολίτευση, την αλλαγή στους τρόπους καλλιέργειας τις άμεσες και έμμεσες ευθύνες των ίδιων , τόσες και τόσες αναλύσεις όπως σχεδόν κάθε χρόνο.
Η φετινή αγροτική κινητοποίηση όμως έχει μια σημαντική διαφορά σε σχέση με τις περασμένες. Είναι αυτή τη στιγμή το μόνο ή καλύτερα το πρώτο κοινωνικό στρώμα που εναντιώνεται μέσα στο media-κο καταιγισμό της ισοπέδωσης των πάντων στο όνομα της οικονομικής κρίσης, ή καλύτερα προοπτικής χρεοκοπίας. Η ανύπαρκτη αγροτική πολιτική χρόνων όμως, δεν είναι αποτέλεσμα της σημερινής κρίσης. Απλά οι αγρότες δεν έχουν τίποτα πλέον να χάσουν. Και αυτή τη στιγμή δεν κοντράρονται μόνο με την κυβέρνηση, αλλά και με όλο το σύστημα των media που έχει αναλάβει στο όνομα της οικονομικής κατάστασης, αφ ενός να μας πείσει για την αμεσότητα όλο και πιο σκληρών μέτρων, αφ ετέρου να δημιουργήσει ένα ψυχολογικό κλίμα φόβου και ανασφάλειας όλων των μικρών και μεσαίων στρωμάτων με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διεκδίκηση να θεωρείτε «εθνική προδοσία»… Ασφαλώς και το πάρτι έχει τελειώσει. Μόνο που κανείς μας δεν έχει πεισθεί –παρ όλη την προσπάθεια…- πως τελείωσε για όλους. Αν το κόστος των ευθυνών δε μοιραστεί αναλογικά, και όσο η «επένδυση» γίνετε στην ανασφάλεια και όχι στην αλήθεια, οι αγρότες δεν θα είναι οι μόνοι που δεν έχουν τίποτα να χάσουν….

Advertisements

Σύμφωνο Σταθερότητας και Βουλευτική Ασυλία. Δύο παράγοντες στην ίδια εξίσωση.

Ανεξαρτήτως εάν το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης που κατατέθηκε χθες στη Βουλή γίνει δεκτό ή όχι απ τις Βρυξέλες, τα οικονομικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν και θα εξαγγελθούν από την κυβέρνηση για την εφαρμογή του στηρίζονται στο μεγαλύτερο βαθμό, αφ ενός στην άμεση και έμμεση φορολόγηση, και αφ ετέρου στην πάταξη της φοροδιαφυγής. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει το οικονομικό επιτελείο δεν αφορά στην αυστηρή τήρηση του όποιου συμφώνου αλλά στην αλλαγή νοοτροπίας των πολιτών που καλούνται να πληρώσουν αλλά και να υποστούν τις συνέπειες της οικονομικής πολιτικής σε όλο το φάσμα του κοινωνικού πεδίου. Το πρόβλημα αυτό δε λύνεται ούτε με επικοινωνιακά τεχνάσματα, ούτε καν με μια υποθετική διακομματική συναίνεση απέναντι στην κρισιμότητα της κατάστασης. Οι χρόνιες κρατικές σπατάλες, η διαφθορά σε όλη την πυραμίδα της κρατικής διοίκησης, η εισφοροδιαφυγή από τις ίδιες τις κρατικές υπηρεσίες, και ΚΥΡΙΩΣ, η ατιμωρησία των εμπλεκομένων στα οικονομικά σκάνδαλα -στα οποία οφείλετε στο μέγιστο βαθμό η σημερινή οικονομική πραγματικότητα- δεν έχουν κλονίσει απλά την εμπιστοσύνη απέναντι στο κράτος . Έχουν παγιώσει στους πολίτες την αντίληψη πως επειδή το κράτος -ανεξαρτήτως κυβέρνησης και κομματικής απόχρωσης- τους κλέβει, η μη συμμόρφωση τους με τις απαιτήσεις προς αυτό, αποτελεί όχι μόνο αμυντική στάση αλλά και τιμωρία που στερεί από τους εκάστοτε κυβερνόντες ευκαιρίες διασπάθισης. Μοναδικό όπλο της κυβέρνησης για να αλλάξει αυτή η νοοτροπία και να πετύχει την κοινωνική και όχι μόνο τη συνδικαλιστική συναίνεση, αποτελεί η αλλαγή του νόμου ‘περί ευθύνης υπουργών’ & η ποινικοποίηση των αδικημάτων -με την ταυτόχρονη απαίτηση επιστροφής απολεσθέντων πόρων για το δημόσιο μέσω της προσωπικής τους περιουσίας -όλων των κρατικών λειτουργών που δεσμεύουν με την υπογραφή τους αποφάσεις που οδήγησαν σε κακοδιαχείριση και ανομία. Και ασφαλώς, κατάργηση του χρονικού ορίου παραγραφής των αξιόποινων πράξεων και δια βίου έγκληση σε περίπτωση που προκύψουν ενοχοποιητικά στοιχεία, με το σκεπτικό πως η ενασχόληση με τα κοινά δεν αποτελεί καταναγκαστική ή επαγγελματική πράξη αλλά εθελούσια προσφορά προς τον τόπο.
Αν η κυβέρνηση, και εν γένει όλο το πολιτικό σύστημα, δεν προβεί σε ουσιαστικά μέτρα που να δείξουν πρακτικά το τέλος μιας ατιμώρητης και παθογενούς εποχής , όχι μόνο δεν θα καταφέρει τη συναίνεση και τη συμμόρφωση των πολιτών, αλλά αντίθετα, θα βρει μπροστά της αντίδραση ανάλογη της σκληρότητας των μέτρων που επιδιώκει να επιβάλει.

Οι πρώτες εκατό μέρες. Από τις «Μεγάλες Προσδοκίες» στον «Κακό Λύκο» .…

Οι περίφημες εκατό μέρες της νέας διακυβέρνησης -ορόσημο που τέθηκε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ- μπορεί έφτασαν στο τέλος τους, αλλά σε επίπεδο πολιτικής και αποφάσεων βρισκόμαστε μάλλον ακόμα στην πρώτη μέρα..Το μόνο που τελείωσε είναι μάλλον οι προσδοκίες μας όχι για κάτι καλύτερο – τέτοιες δεν έχει πλέον ούτε το κομματικό ποσοστό που πιστεύει ακόμα πως το κυβερνών κόμμα είναι σοσιαλιστικό- αλλά τουλάχιστον για κάποια μέτρα που θα συγκρουστούν με την χρόνια κρατική μας παθογένεια. Όλο αυτό το διάστημα η κυβέρνηση πρώτα εξαγγέλλει, κατόπιν -υπό την πίεση των αντιδράσεων και κυρίως των εσωκομματικών ισορροπιών και διαφωνιών που δυστυχώς εμφανίστηκαν πάρα πολύ νωρίς – αναμορφώνει, και τελικά αναστέλλει. Ουσιαστικά όμως δεν πράττει. Και όταν έπραξε, θύμισε με τις νυχτερινές τροπολογίες το παρελθόν που ήρθε για να ανατρέψει και να αντικαταστήσει. Ο επικοινωνιακός καταιγισμός για την κατάσταση της οικονομίας και την ανάγκη άμεσων μέτρων, μπορεί να κατάφερε να καταστήσει σε όλους μας σαφές το αυταπόδεικτο της υπερχρεωμένης μας πραγματικότητας δεν αποτελεί πολιτική πράξη αλλά προετοιμασία. Παράλληλα, η στοχοποίηση των «κακών» Βρυξελλών και των «κερδοσκόπων» πιστωτών μας, το μόνο που έχει σαν αποτέλεσμα είναι την παραλλαγή του παραμυθιού μας από τις “Μεγάλες Προσδοκίες” σε αυτό του “Κακού Λύκου» . Δυστυχώς, η κατάσταση δεν μας επιτρέπει πια να ζούμε με παραμύθια όπως κάνουμε τόσα χρόνια. Δεν είμαστε μόνο στα πρόθυρα μιας χρεοκοπημένης οικονομίας αλλά ζούμε ήδη τα αποτελέσματα ενός χρεωκοπημένου «κράτους» και μιας «ωχαδελφικής» κοινωνίας. Κανείς δεν αμφισβητεί τη δυσκολία και την πραγματικότητα. Αν όμως η κυβέρνηση συνεχίσει να εξαγγέλλει χωρίς πράξεις, αν δεν αγνοήσει το κομματικό κόστος και εξακολουθήσει να παγιδεύεται σε εσωκομματικές ισορροπίες, αν δε συγκρουστεί με κατεστημένες τακτικές, αν περιορίσει την οικονομική πολιτική σε φόρους χωρίς ανάπτυξη και διαρθρωτικές αλλαγές στον τρόπο αντίληψης των χρημάτων του δημοσίου, και κυρίως αν δεν απεμπλακεί από το χρόνιο ελληνικό πρόβλημα της ταύτισης του κράτους με το εκάστοτε κόμμα, τότε η ανοχή που ακόμα υπάρχει θα εξαφανιστεί χωρίς κανείς «επικοινωνιολόγος» να καταλάβει. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια χαμένου χρόνου και η κυβέρνηση έχει ήδη αργήσει εκατό μέρες…