Μαρία Δημαρά Οικολόγοι – Πράσινοι. Υποψήφια Βουλευτής Ιωαννίνων. Γιατί “δεν είναι όλοι ίδιοι” και υπάρχουν άνθρωποι που πολιτεύονται και αξίζουν την προσοχή μας.

   Σχεδόν πέντε χρόνια στην πλατφόρμα του blogger, και με αρκετές εκλογικές διαδικασίες στο ενδιάμεσο. Ο ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ δεν δημιουργήθηκε για να στηρίξει κάποιον κομματικό μηχανισμό, ούτε για να “βγάλει” από μέσα μου «δημοσιογραφικά απωθημένα». Ο λόγος δημιουργίας του ήταν το να εκφράσω τις ανησυχίες μου για όσα συμβαίνουν γύρω μας, με όσο περισσότερο γίνεται αντικειμενική  ματιά και κριτική σκέψη παρά με κριτική διάθεση.  Σίγουρα με ιδεολογικό προσδιορισμό αλλά χωρίς κομματική ταυτότητα ή ένταξη σε κάποιον μηχανισμό. Για αυτούς τους λόγους  δεν έχω ποτέ προτείνει κάποιον υποψήφιο βουλευτή.  Σε αυτή την ανάρτηση όμως θα κάνω μια εξαίρεση. Απολύτως συνειδητή και χωρίς καμία αμφιβολία για την ορθότητα της. Όχι γιατί γνωρίζω τη Μαρία πολλά χρόνια. Υπήρξαν και υπάρχουν και άλλοι φίλοι και γνωστοί που πολιτεύονται.  Ο λόγος είναι γιατί γνωρίζω τις ιδέες , τη διαδρομή , τις ικανότητες,  την πραγματική της αντίληψη για το τι συμβαίνει γύρω μας, και τη διάθεση προσφοράς της. Αν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας είναι η ποιότητα των ανθρώπων που ασχολούνται με τα κοινά, άνθρωποι με την ακεραιότητα, τη συνέπεια και τη «ματιά» της για την πολιτική θα μπορούσαν να αλλάξουν το τοπίο. Κρίμα που δεν ψηφίζω στα Γιάννενα για να τη στηρίξω.  
Καλή επιτυχία Μαρία.  

Προεκλογική περίοδος. «Μεγάλα» και «Μικρά» κόμματα. Οταν η επένδυση στη σοβαροφάνεια, την περιχαράκωση σε ψευτοδιλλήματα, και τον λαικισμό υποκαταστούν την απουσία προγραμματος..

   Πλέον σε προεκλογική περίοδο. Επίσημα, γιατί ανεπίσημα κρατά από το  προηγούμενο καλοκαίρι όταν ο Παπανδρέου έχοντας πλήρη αδυναμία να κυβερνήσει μόνος αναζητούσε τη συνεργασία του «αντιμνημονιακού» Σαμαρά χωρίς αποτέλεσμα τότε αλλά με την κατάληξη της συμφωνίας Παπαδήμου ελάχιστα αργότερα. Η ιστορία είναι γνωστή και μετά από όλες τις παλινδρομήσεις, διασπάσεις, ανεξαρτητοποιήσεις, μεταγραφές, επιστροφές, προσχωρήσεις, φτάσαμε πλέον και στην επίσημη εκλογική «μάχη» που δεν θα σημάνει το προεκλογικό τέλος όμως μιας και από την επόμενη μέρα των εκλογών το κλίμα και κυρίως οι τακτικές θα παραμείνουν.
   Ήδη οι επερχόμενες εκλογές έχουν αποκτήσει εδώ και καιρό τις στομφώδεις ονομασίες τους. Οι «κρισιμότερες» στην ιστορία του τόπου, οι «οριακές» για το μέλλον μας, και πάει λέγοντας πάντα με την αρέσκεια στην υπερβολή που μας χαρακτηρίζει σα λαό. Η κρισιμότητα είναι δεδομένη όπως κρίσιμο θα έπρεπε να ήταν το αποτέλεσμα κάθε εκλογικής διαδικασίας, κάθε νέας εντολής διακυβέρνησης.
  Η σημερινή κατάσταση κάνει τα πράγματα πολύ πιο κρίσιμα θεωρητικά, κάτι όμως που δεν αποτυπώνεται εκτός από τον τίτλο πουθενά στην προεκλογική στρατηγική των κομμάτων.  Η σοβαροφάνεια και η περιχαράκωση σε διλλήματα που πρακτικά δεν ισχύουν και αποτελούν τα στερεότυπα της πολιτικής μας αμάθειας πχ. «μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί», «συντηρητικοί – προοδευτικοί» κλπ. -ακόμα και το δεξια-αριστερα σήμερα με την αντιμνημονιακή ταύτιση και τον εθνικιστικό τόνο των νεοπαγών και παραδοσιακών κομματων- δεν μπορούν σε τίποτα να υποκαταστήσουν την απουσία προγράμματος ή έστω κάποιων σταθερών που δεν βασίζονται σε ευχολόγια. Η επαναδιαπραγμάτευση, τα ισοδύναμα, η ρευστότητα, το επαχθέστατο του χρέους, εκτός από την πάντα εκλογικά «κερδοφόρα» επένδυση στο λαϊκισμό είναι και μια πάρα πολύ καλή τακτική για να χαϊδέψει αυτιά και να μοιράσει φρούδες ελπίδες .  Όχι γιατί δεν μπορούν να αποτελέσουν προτάσεις εναλλακτικής πολιτικής διαχείρισης αλλά γιατί για να είναι εφαρμόσιμες χρειάζονται πρώτα ριζικές αλλαγές και καθαρές λύσεις και προτάσεις σε θέματα άμεσης προτεραιότητας. Λύσεις σε προβλήματα υπαρκτά όπως η αναδιάταξη του υπέρογκου σε έξοδα αλλά και υπέρμετρη ατιμωρησία δημοσίου τομέα, του ασφαλιστικού μετά το κούρεμα των ομολόγων των ταμείων, του γκρεμίσματος των συντεχνιακών «κεκτημένων», την ισονομία δικαιωμάτων ανάμεσα σε εργαζόμενους του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, την αναδιάταξη του κλάδου της δικαιοσύνης, τόσων άλλων θεμάτων που καταλήγουν στην αναμόρφωση από το μηδέν του κρατικού και κρατικοδίαιτου μορφώματος, και σε οικονομικό επίπεδο μιας και αυτό είναι το πρωτεύον για την χαραξη οποιασδήποτε πολιτικης, έξοδα λιγότερα των εσόδων. 
  Για να συμβούν όλα αυτά όμως υπάρχουν οι έννοιες ταμπού για την ελληνική κοινωνία: απολύσεις και μετατάξεις δημοσίου τομέα, αξιολόγηση, μισθοδοσία αναλογη της παραγωγικότητας και όχι των «γνωριμιών» ή των συνδικαλιστικών κεκτημένων, φορολογική ισονομία και απλοποίηση του κώδικα, κατάργηση κλειστών συντεχνιών, «εξαναγκασμός» σε παραγωγικότητα και τιμωρία του παρασιτισμού οχι με ΕΔΕ ή απολύσεις, κυρίως όμως τα αυτονόητα που εδώ και χρόνια όχι μόνο απαξιώνουμε αλλα και λοιδορούμε, ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ και ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ. Όχι με τη λογική εναρμονισμού στο εκάστοτε μνημόνιο, αλλά στο μνημόνιο αρχών που θα έπρέπε να μας διέπει και να «υπογράψουμε» με εμάς τους ίδιους για να έχουμε μέλλον. Με βάσεις και κριτήρια, με στόχευση σε αποτελέσματα, με συγκρούσεις με το κατεστημένο όσων ζούσαν τόσα χρόνια παρασιτικά εις βάρος των υπολοίπων και είναι έτοιμοι να αγωνιστούν μέχρι τελευταίας ρανίδας στο να μην αλλάξει κάτι.
   Κι αν τα δύο «μεγάλα» κόμματα, κυρίαρχα στο παιχνίδι του χαϊδέματος του πελατολογίου που έφτιαξαν όλα αυτά τα χρόνια, είναι αδύνατο να πούν και να προασπίσουν αλήθειες για να πράξουν διαφορετικά γιατί θα αυτοκαταργούνταν αμεσα μιας και θα έχαναν τους λόγους συσπείρωσης των μελών τους, τα «μικρότερα» κόμματα αντί να λαϊκίζουν προσφέροντας ελπίδα –με εξαίρεση ίσως στην παρούσα περίοδο τη Δραση και τους Οικολόγους- θα έπρεπε να είναι εκείνα που θα αρθρώσουν ένα λόγο και ένα πρόγραμμα καθαρό και σαφές, δύσκολο και γεμάτο συγκρούσεις, που να εγγυάται πως οι περεταίρω θυσίες που θα έρθουν και δεν μπορούμε να αποφύγουμε στην κατάσταση που βρισκόμαστε θα γίνουν με γνώμονα την αναλογική κατανομή τους και το γκρέμισμα και όχι τη συντήρηση του αμαρτωλού μας παρελθόντος. Διαφορετικά, η ψήφος στα μικρά κόμματα που αντί για πολιτική πράξη και θέση στη χώρα μας ακόμα και σε τέτοια περίοδο γίνεται χωρίς σκέψη και ως μόδα.. το μόνο που θα προσθέσει είναι ένα Καμμένο και μια Χρυσή Αυγή στο μονόδρομο για το σκοταδι..

Αυτοκτονία 77χρονου. Η αντίδραση μιας κοινωνίας που στρουθοκαμηλίζει στο λαϊκισμό της.

   Χτες η ελληνική κοινωνία χτυπήθηκε από το «ηλεκτροσόκ» της αυτοκτονίας του 77 χρονου. Η επικαιρότητα πλημύρισε με οργή, πόνο, διαπιστώσεις. . Τα media, τα blogs, οι ηλεκτρονικές εκδόσεις διανθίστηκαν με πόνο, αγωνία, θλίψη. Εξάλλου το τραγικό συμβάν είχε σενάριο, συμβολισμό, αίμα, σοκ, όλα τα συστατικά mediakης επιτυχίας. Κάτι που δεν έχουν προφανώς οι υπόλοιπες αυτοκτονίες συνανθρώπων που γίνονται καθημερινά και στην καλύτερη περίπτωση αποτελούν μονόστηλο. Και που ίσως οι στιγμές πριν την απόφαση τους να ήταν πιο οδυνηρές από του 77χρονου αν και δεν μπορεί ποτέ να μετρηθεί η απόγνωση σε βαθμίδες.
   Δεν προσπαθώ να ακυρώσω το συμβάν. Ούτε την τραγικότητα του. Η απώλεια της ζωής είναι από τη φύση της οδυνηρή πόσο μάλλον όταν περνάει από την αυτοχειρία. Πιστεύω πως είναι αυτονόητη η θλίψη, η στενοχώρια, οι παραλληλισμοί που κάνει ο καθένας μας. Στην προκειμένη περίπτωση όσοι βλέπουμε τους γονείς μας μετά από χρόνια δουλειάς και εισφορών να χαρτζιλικώνονται από το κράτος και να προσπαθούν να ζήσουν είτε με αποθέματα όσοι έχουν καταφέρει να έχουν, είτε χωρίς σε ένα αέναο αγώνα επιβίωσης, δεν γίνεται να μην νιώσαμε ένα κόμπο στο στομάχι .
    Με «ενοχλεί» όμως η εκμετάλλευση του συμβάντος. Από τους πάντες. Από τη θλίψη των πολιτικών, την εκμετάλλευση από τα media,  από εμάς τους ίδιους. Με «ενοχλεί» η «ξαφνική» συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, το να γίνει η αφορμή να βγάλουμε από μέσα μας τη δογματική μας αλήθεια εξωραΐζοντας με μιας το στρουθοκαμηλισμό μας.
   Η χτεσινή αυτοκτονία δεν ήταν η πρώτη. Ήταν η πρώτη όμως που είχε σημειολογία και σκοπό την πρόκληση αποτελέσματος ή ταρακουνήματος από τη μεριά του αυτόχειρα. Ήδη όμως  από το 2009 μέχρι και τη 10 Δεκεμβρίου του 2011σύμφωνα με στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη βουλή οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν σε ποσοστό άνω του 60% σε σχέση με προηγούμενες χρονιές φτάνοντας το διάστημα αυτό τις 1727. Το ποσοστό αύξησης τους δεν έχει να κάνει  με ψυχιατρικά ή καταθλιπτικά αίτια ιατρικής φύσεως αλλά κυρίως με οικονομικά. Χρέη, τράπεζες, τοκογλύφοι, επιχειρήσεις που έκλεισαν, αδυναμία προσφοράς σε προστατευόμενα μέλη.
   Δεν είμαι ειδικός για αρχίσω να επιχειρηματολογώ για την αδυναμία ή μη των ανθρώπων να ανταπεξέλθουν ή για την ψυχολογική τους κατάσταση που επέλεξαν αυτόν τον τρόπο να βάλουν τέλος στη ζωή τους και τα προβλήματα τους. Ούτε με ενδιαφέρουν οι φιλοσοφικές συζητήσεις περί του τρόπου, της ηθικής του. Το ζήτημα είναι πως κάποιος άνθρωπος έφτασε σε ψυχολογική και όχι μόνο κατάσταση να βάλει τέλος στη ζωή του για ζητήματα που απασχολούν και βιώνουμε όλοι μας ο καθένας στο βαθμό του. Μόνο που δεν είναι ο πρώτος και σίγουρα όχι ο τελευταίος. Κι αν η δική του πράξη μας έδωσε την «ευκαιρία» να εξωραΐσουμε τις δικές μας ενοχές για τη μέχρι τώρα αντιμετώπιση των προηγούμενων ειδήσεων αυτοκτονίας για χρέη ή μη που διαβάζουμε καθημερινά αλλά δεν είχαν τον  αντίστοιχο εντυπωσιασμό, χαϊδεύοντας το κεφάλι του παιδιού μας και σκεπτόμενοι ότι δεν συνέβη σε «δικό» μας πρόσωπο, θα ήταν καλύτερα να εκφράζουμε τη θλίψη μας σιγά, χαμηλόφωνα και κάνοντας την αυτοκριτική μας για τον ανθρωπισμό που ως κοινωνία ποτέ δεν δείξαμε. Να αποδώσουμε το φόρο τιμής μας στο μέρος που προέβει στην πράξη  χωρίς τον άκρατο λαϊκισμό και την οχλαγωγία της αγανάκτησης που επιφέρει η συνεχόμενη «πτώση μας από τα σύννεφα». Αυτή που δεν δείξαμε χθες και όπως έχουμε αποδείξει, θα ξεχάσουμε αύριο. Τα σύννεφα πλέον είναι πολύ χαμηλά, και τίποτα δεν δικαιολογεί τον κρότο που νομίζουμε ότι ακούμε  από την πτώση μας..