"Εκτός Θέματος.."

 Το τελευταίο διήμερο και μετά τη συμφωνία της Κυριακής, διαβάζοντας άρθρα επί άρθρων στα εγχώρια και τα διεθνή μέσα μου ήρθε στο μυαλό η γνωστή φράση από τα διαγωνίσματα στο δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο, «ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ».. Η φράση δεν αφορά τα ξένα μέσα μιας και εμφανίζονται αρραγή κατά κανόνα στις διαπιστώσεις τους, αλλά  τις αναλύσεις, τα σχόλια, ακόμα και τις πολιτικές θέσεις  στη χώρα μας που εκτός από την υπερβολή, το λαϊκισμό και την περιχαράκωση στα καθ ημάς, απαντούν  σε επιμέρους προεκτάσεις και όχι στο λόγο ύπαρξης και την αιτία αυτής της σύμβασης που είναι σαφής και έχει μια και μόνο στόχευση. Την εξυπηρέτηση του ΥΠΑΡΚΤΟΥελληνικού χρέους που με τα σημερινά δεδομένα και κάτω από την χρονική πίεση ομολόγων που λήγουν το Ελληνικό κράτος όντας έξω από τις αγορές δεν ήταν δυνατόν να αποπληρώσει.
   Χρέος που αποτελεί υποχρέωση του Ελληνικού κράτους απέναντι στους πιστωτές του και που αφαιρεί ένα μεγάλο κομμάτι των κρατικών εσόδων, που ξεκινά να προϋπολογίζει τις δαπάνες του αφαιρώντας το, ανεξαρτήτως εάν είναι απεχθές, προϊόν κακοδιαχείρισης, εξωτερικής κερδοσκοπίας ή οποιασδήποτε αιτίασης. Τα μέτρα που συνοδεύουν τη σύμβαση κινούνται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Όχι στο επιμέρους και εσωτερικό κομμάτι της  διαχείρισης των εσόδων για κοινωνικούς ή αναπτυξιακούς άξονες, αλλά στην εξασφάλιση των πιστωτών για την αποπλήρωση του νέου εκτός αγορών δανείου.  
   Η διάρθρωση της χώρας στην παραγωγή πλούτου και η κουλτούρα που αναπτύχθηκε από το κράτος και οδήγησε στο σημερινό μόρφωμα δεν αποτελούν για τους πιστωτές παρά ένα μέσο πίεσης ή ακόμα και εκβιασμών για την εξασφάλιση τους και είναι ενταγμένο μέσα στους σκληρούς όρους του λεγόμενου «παιχνιδιού των αγορών» που γνώμονα δεν έχει την  ηθική ή δίκαιη απόδοση ελαφρυντικών, αλλά την κεφαλαιακή εξασφάλιση,  το κέρδος, ή στη χειρότερη για αυτούς κατάληξη, στην ελαχιστοποίηση του ρίσκου των απωλειών. Αυτός είναι και ο λόγος που η κατεύθυνση των χρημάτων του πακέτου των 130δις πηγαίνει στην ανανέωση ομολόγων, τους πιστωτές και τις εκτεθειμένες ελληνικές τράπεζες. Αυτός είναι και ο λόγως των επαχθών μέτρων που προαπαιτεί.
   Κάτω από αυτό το πρίσμα, και με δεδομένη τη δεινή θέση της χώρας στο πανευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον, το μνημόνιο ΙΙ όντως έδωσε μια ανάσα στην ελληνική οικονομία. Της έδωσε χρόνο και καλύτερους όρους σε σχέση με την πρότερη κατάσταση. Χρόνο για να προχωρήσει άμεσα σε αλλαγές διαχείρισης των εσόδων και δαπανών της, και καλύτερους όρους επιτοκίων αποπληρωμής των υποχρεώσεων, που αποτελούν το μη υπολογίσιμο τμήμα των εσόδων μιας και δεν παραμένουν στη  διαχειριστική ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης αφού δεν έχει πλέον το πλεονέκτημα κάλυψης τους με νέο δανεισμό.
   Ο ξένος τύπος αλλά κυρίως οι αναλυτές ξένων τραπεζών εστίασαν στο κομμάτι του χρόνου κρίνοντας πως με την παρούσα συμφωνία σε άμεση συνάρτηση της  υφεσιακής κατάστασης της χώρας, το κέρδος είναι βραχυπρόθεσμο και ο ορίζοντας όχι μόνο δεν φτάνει μέχρι το 2020 που είναι και η χρονολογία σταθμός θεωρητικά της επίτευξης στόχων, αλλά η ανάσα που παίρνει η Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένη χρονικά, μιλώντας ακόμα και για χρεοκοπία μέσα στην επόμενη διετία ενώ δεν έλειψαν και ακόμα πολύ πιο βραχυπρόθεσμες προβλέψεις.  
   Στη χώρα μας όμως η ανάγνωση έγινε διαφορετικά και κάτω από το πρίσμα του νέου διπολισμού ανάμεσα σε Μνημονιακούς και Αντι-μνημονιακούς. Θρίαμβος και ανακούφιση από τη μια, και καταστροφή από την άλλη. Και στις δύο περιπτώσεις όμως κάτω όχι από τα  πραγματικά δεδομένα για το που στοχεύει και τι εξασφαλίζει ή όχι το νέο μνημόνιο, ούτε από το ότι το ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν είναι της αλληλεγγύης των λαών και της συνεργασίας όπως ο οραματισμός της ενιαίας δημιουργίας του, αλλά από στο πώς θα θέλαμε να είναι. 
Όχι στο ότι ανεξαρτήτως μνημονίου ή χρεοκοπίας είναι επιτακτική η ανάγκη άμεσης αναδιάρθρωσης ολόκληρου του οικονομικού περιβάλλοντος της χώρας που πρέπει άμεσα να αναθεωρήσει την έννοια του κράτους πελάτη και παραγωγής πλούτου ημετέρων και να περάσει στο στάδιο παραγωγής πλούτου αυτάρκειας και περιορισμού της αλόγιστης σπατάλης αρχικά, και κέρδους -δηλαδή πλεονασμάτων- στη συνέχεια με γνώμονα την κοινωνική ισότητα στην κατανομή βαρών και την ενίσχυση αδυνάτων κοινωνικών ομάδων, ειδικά στις μέρες που ζούμε.  
   Η μία πλευρά όμως πανηγυρίζει για την ανάσα, την «σωτηρία» και την αλληλεγγύη που έδειξαν οι εταίροι και επενδύουν στην πολιτική τους διατήρηση μέσα από φρούδες ελπίδες ανάπτυξης -με μικρές ή έστω και μεγάλες παραλλαγές λόγω μνημονίου- με όρους του πάλε ποτέ κραταιού συστήματος και χωρίς προαπαιτούμενο την άμεση εκμετάλλευση του χρόνου που σχεδόν δεν υπάρχει. 
   Η άλλη πλευρά στρουθοκαμηλίζει ανάμεσα σε νέα σχέδια Marshall και εξετάζοντας τους όρους  του μνημονίου κάτω από το πρίσμα της γερμανικής μπότας και τη οικονομικής κατοχής χωρίς να θέτει το ερώτημα στον εαυτό της πως θα φύγουμε από αυτή την κατάσταση. Χωρίς στοχευόμενο πρόγραμμα για το ποιες είναι οι άμεσες επιταγές της κρατικής διαχείρισης ανεξαρτήτως της ξένης επιβολής ακόμα και αν επιλέγαμε να διαγράψουμε μόνοι μας το χρέος με στάση πληρωμών, και χωρίς απαντήσεις για την αμεσότητα της πραγματικότητας που κοινωνικά είναι ζοφερή
Και οι μεν, και οι δε στον κανόνα, ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ…   
Advertisements

Κι όμως χρειαζόμαστε ένα μνημόνιο…

  Πριν προχωρήσω στη σκέψη μου και όσο οξύμωρο και αν ακούγεται σε σχέση με τον τίτλο, δεν εννοώ το παρόν μνημόνιο. Όχι μόνο γιατί με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα αλλά κυρίως δομικά χαρακτηριστικά  της χώρας το μόνο που προσφέρει –αν τελικά δεν αναθεωρηθεί για τέταρτη φορά μετά το καλοκαίρι- είναι χρόνος πριν τον οικονομικό θάνατο, αλλά και γιατί δεν αποτελεί θεσμικό προϊόν μιας ΕΕ σε στέρεα ενιαία βάση αλλά επιταγές μιας γερμανικής κυρίως πολιτικής, που όμως ούτε και η ίδια είναι σαφής ούτε το μέλλον της φαίνεται να στοχεύει σε ένα σταθερό άξονα.
  Ένα από τα επιχειρήματα της υπογραφής του πρώτου μνημονίου -δευτερεύον μιας και το φάντασμα της στάσης πληρωμών αποτέλεσε, συνεχίζει να αποτελεί και θα αποτελεί το πρωτεύον-, ήταν πως το μνημόνιο ήταν μια ευκαιρία να αλλάξουμε. Ένα επιχείρημα το οποίο αν απομονώσει κανείς το ρόλο του ως επικοινωνιακή κυβερνητική προπαγάνδα,  κανείς από όσους δεν κερδίζουν από το μέχρι σήμερα κρατικό πελατειακό μόρφωμα δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει. Ένα κράτος με διαλυμένη οικονομία,  απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, τριτοκοσμική υγεία,  υπερτροφική γραφειοκρατική διοίκηση  που στηρίζεται σε μαύρο χρήμα και πελατειακή ή «εξουσιαστική» σχέση,  ανύπαρκτη παραγωγή και εργασιακές σχέσεις σε μια αγορά εργασίας που ακόμα και στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού αλλά κρατικοδίαιτου τομέα στηρίζεται σε γνωριμίες και όχι σε προσόντα, είναι αδιανόητο να βρει υποστηρικτές που να επιθυμούν τη συντήρηση του σε αυτό το καθεστώς . Η αλλαγή του είναι επιβεβλημένη όχι για λόγους ανάπτυξης και οικονομικού περιβάλλοντος αλλά για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης πρωτίστως.  Ακόμα και με ξένη επιτήρηση ως φόβητρο επιβολής αν βέβαια αυτή ήταν από μια ΕΕ πιστή στις αρχές της και όχι από το μόρφωμα που έχει εξελιχθεί σήμερα.
  Για να συμβεί όμως αυτή η αλλαγή χρειάζονται δύο πράγματα που θα λειτουργήσουν ως καταλύτες. To πρώτο,  είναι η συνειδητοποίηση από τον κόσμο την ανάγκης αυτής της αλλαγής και το δεύτερο, η πολιτική βούληση όχι μόνο από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία αλλά από όλη την πολιτική σκηνή ανεξαρτήτως ιδεολογιών ή ιδεοληψιών. Το ένα είναι πάντα σε συνάρτηση του δεύτερου, ειδικότερα όταν μιλάμε για πολίτες που η πολιτική τους τοποθέτηση δεν συνάγεται από ιδεολογικούς ή ταξικούς παράγοντες αλλά  διαμορφώνεται με βάση την «οπαδική» ή συμφεροντολογική τους προσκόλληση σε κάποιο χώρο που όμως είναι πάντα έτοιμος να αλλάξει για να αυτοσυντηρηθεί αν δει πως δεν χαλιναγωγεί το λαϊκό αίσθημα.     
 Για να υπάρξει όμως αυτή η συνειδητοποίηση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιθυμία για αυτή την αλλαγή.
Υπάρχει όμως αυτή η συνειδητοποίηση ή επιθυμία στον ελληνικό λαό; Θα ήθελε να θυσιάσει ατομικά ή συντεχνιακά μέρος των ανορθόγραφων κεκτημένων του για μια εκ των βάθρων ανασύνταξη προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας;
  Εδώ το ζήτημα είναι καθαρά ποσοτικό. Το πρόβλημα δεν έγκειται σε ζήτημα πλειοψηφίας, αλλά στο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού έχει «αντρωθεί», σιτίζεται και διαπλέκεται μέσα από το υπάρχον σύστημα και όχι μόνο δεν θέλει, αλλά είναι έτοιμο να αντισταθεί με όποιο μέσο υπάρχει στη διατήρηση του ή καλύτερα επειδή οι συνθήκες έχουν βίαια αλλάξει, στην πλήρη επαναφορά του στην προ 2009 κατάσταση.  Ένα μεγάλο μέρος που συναντά κανείς σε όλες τις επαγγελματικές ομάδες. Από τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες μέχρι τους μεγαλο-φοροφυγάδες, από  που τους πανεπιστημιακούς μέχρι τους δημοσίους υπαλλήλους, από τους υπέρμαχους της παραμονής του καθεστώτος των «ευγενών» κλειστών επαγγελμάτων μέχρι τους συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ ή της ΓΣΕΕ, από τον οποιονδήποτε κερδίζει και αποτελεί έστω και ένα μικρό γρανάζι αυτού του συστήματος. Μειοψηφία στον αριθμό του συνόλου αλλά ποσοστιαία μεγάλη δύναμη στη διαμόρφωση πολιτικών ισορροπιών και της στρεβλής πραγματικότητας του πολιτικού κόστους.
  Ο λόγος άλλωστε της πλήρης αποτυχίας εφαρμογής του πρώτου μνημονίου ήταν αυτό ακριβώς το «πρόβλημα». Η τότε κυβέρνηση δεν μπόρεσε λόγω της άμεσης εξάρτησης της με αυτόν τον πυρήνα να εφαρμόσει τίποτα από αυτά που δεσμευτικέ ως διαρθρωτικές αλλαγές και περιορίστηκε σε εξαγγελίες που δεν έγιναν πράξη. Ίσως και για αυτό δεν διαπραγματεύτηκε τους όρους μιας και γνώριζε εκ των προτέρων πως θα έμεναν ανεφάρμοστοι. Κάτι που συνέβαινε επί χρόνια μόνο που στην παρούσα κατάσταση και με άμεση χρηματική εξάρτηση από τους δανειστές, τελικά το πλήρωσε πολύ χειρότερα με την απώλεια της αυτοδυναμίας της και τουλάχιστον δημοσκοπικά πολύ περισσότερο από όσο περίμενε. Μαζί της όμως το πλήρωσε ολόκληρος ο ελληνικός λαός μιας και τα μέτρα που της επιβλήθηκαν να πάρει  για να καλύψει τις «τρύπες» των υποχρεώσεων της που προέκυψαν από αυτή την «μόνιμη αναβολή» ήταν όχι μόνο δυσβάσταχτα αλλά κοντεύουν να εξαφανίσουν την πάλε ποτέ κραταιά ελληνική μεσαία τάξη, τουλάχιστον στο χαμηλό της όριο αλλά με δυναμική προς το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου της. Ταυτόχρονα, αυτή η ίδια αναβλητικότητα και μη τήρηση όσων είχαν συμφωνηθεί κατέταξε τη χώρα –ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΔΙΚΑ- ως την πλέον αναξιόπιστη στα μάτια όχι μόνο των ευρωπαίων εταίρων αλλά και σε κάθε χρηματοοικονομικό παράγοντα.
  Ακόμα και τώρα όμως, και παρ ότι η πραγματικότητα που βιώνουμε είναι όχι απλά ζοφερή αλλά πλέον προσβλητική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δημοκρατία, πολύ φοβάμαι πως αντί για συνειδητοποίηση αυτό που παράγεται και εισπράττεται είναι μια τυφλή οργή, μια μεγάλη σύγχυση και  ένας άκρατος λαϊκισμός που καταργεί τη σκέψη και την κρίση. Η επίσημη χρεοκοπία προάγεται με μια μεγάλη ελαφρότητα ως λύση και ως αίτημα για τιμωρία μέσω στάσης πληρωμών των δανειστών, το πετρελαϊκό όραμα και το ελληνικό υπέδαφος είναι το επιχείρημα του μέσου πολίτη που έχει γίνει εξειδικευμένος γεωλόγος και «γνωρίζει» με ακρίβεια και τις περιοχές του πλούτου, η Κίνα και η Ρωσία είναι έτοιμες στο μυαλό μας να μας χαρίσουν απλόχερα δισεκατομμύρια χωρίς όρους, δεκάδες άλλες τέτοιες αναλύσεις που όλοι ακούμε καθημερινά να μας χαϊδεύουν τα αυτιά. Η απλοϊκότητα και ο λαϊκισμός έχουν καταργήσει κάθε έννοια κριτικής σκέψης, και πρόταση ονομάζεται το ανάθεμα.. Όλοι και όλα μέσα σε ένα κουβά αντιμετωπίζοντας τους εαυτούς μας όχι μέσα σε ένα παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό περιβάλλον αλλά ως κάτι μοναδικό και αυθύπαρκτο που όλοι επιβουλεύονται. Επενδύουμε στο Χάος και μετά έχει ο θεός..Χειρότερα από τώρα δεν θα ναι.. Μόνο που αυτό το χειρότερα το χουμε πει εκατοντάδες φορές.  Και με την εφαρμογή του Μνημονίου ΙΙ, αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της πολιτικής μας αναβλητικότητας να διορθώσουμε το κράτος, την αξιοπιστία,  και τους εαυτούς μας δίνοντας εύκολη λαβή σε οποιαδήποτε πολιτικά και οικονομικά καιροσκοπικό εκβιασμό των αντισυμβαλλομένων μας ,θα συνεχίσουμε να το λέμε και να ανακαλύπτουμε πως υπάρχει και πολύ χειρότερα μιας και η χρεοκοπία έχει ήδη συντελεστεί εκτός τεχνικών όρων.  
  Τα όρια έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Όσο προσπαθούμε να κρατηθούμε στα στρεβλά «κεκτημένα» τόσο πιο βίαιη θα είναι η νέα μας προσαρμογή.  Όχι από τους ξένους ή την κάθε Τρόικα, αλλά από εμάς στα συντρίμμια ενός κράτους  που έμαθε να τρώει τις σάρκες των πολιτών του και του ίδιου.
  Η ανάγκη ενός μνημονίου μεταξύ μας που θα έπρεπε να έχει συμβεί εδώ και χρόνια είναι πλέον επιτακτική. Κι αν αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αντιληφθεί η μεγάλη ποσοστιαία αλλά όχι πλειοψηφούσα στο σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας συστημική «ομάδα» (Οι λεγόμενοι insiders όπως πολύ δόκιμα τους έχει ονομάσει ο φίλος Leo στις αναλύσεις του στο Blog του “Μη μαδάς τη Μαργαρίτα») θα πρέπει να αποφασίσουν οι «σιωπηρές πλειοψηφίες».  Αυτή θα πρέπει να είναι η απαίτηση μας από οποιοδήποτε κόμμα και οποιονδήποτε μας ζητήσει να εμπιστευτούμε.  Με λόγια ξεκάθαρα που μπορεί να μη μας γεμίζει πετρελαϊκές ελπίδες και θαύματα , να μην «εκτρέφει» την αγανάκτηση και την οργή μας με συνθηματολογία και χάιδεμα αυτιών, να μη μας μιλάει για ειδικές συνθήκες που θα περάσουν, αλλά για την εφαρμογή ενός ξηλώματος όλων αυτών που μας έφεραν ως εδώ. Ένα μνημόνιο για τη δημιουργία ενός κράτους σκληρού στην εφαρμογή του νόμου, απέναντι σε οποιαδήποτε συντεχνιακή στρέβλωση και έτοιμο να συγκρουστεί με όλους τους νοσταλγούς του εκτρώματος που βιώσαμε. Με τη συνταγματική αναθεώρηση ως απαραίτητη σε αυτό το σκοπό..
Προέχει όμως η δική μας συνείδηση, η δική μας επιθυμία και η γνώση πως αυτό είναι κάτι που θα χρειαστεί χρόνο. Γιατί αν εμείς συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε «μεσσίες» και «σωτήρες», αν συνεχίσουμε να οραματιζόμαστε την Ελλάδα της επιστροφής στο παρελθόν, αν θεωρήσουμε πως η λύση θα έρθει από όλους εκείνους που η κυβερνητική τους νοοτροπία μας έφερε ως εδώ, αν δεν κάνουμε το δικό μας μνημόνιο, τότε τα μνημόνια που θα έρχονται εκβιαστικά και υπό το καθεστώς φόβου, πολύ σύντομα πλέον δεν θα έχουν πολίτες αλλά ιθαγενείς υπηκόους…

Αθήνα μια μέρα μετά τη νύχτα της ντροπής. Όταν η θλίψη δεν αφήνει χώρο στην αηδία των μεταπολιτευτικών συμπλεγμάτων μας.

   Η δανειακή σύμβαση πέρασε, μόνο που τελικά καμιά σημασία δεν έχουν όλα αυτά μετά τη χτεσινή νύχτα πυρπόλησης της ελπίδας. Παρακολουθώντας χθες την Αθήνα να καίγεται μου ήρθε στο μυαλό μια φράση που είχα διαβάσει και έλεγε πως «Ανεξαρτήτως πολιτεύματος, η ποιότητα του είναι οι άνθρωποι». Και η χτεσινή νύχτα έδειξε με εκκωφαντικό τρόπο πως κανένα μνημόνιο, καμία υποδούλωση και κανένας νόμος δεν μπορεί να κάνει περισσότερο κακό σε μια κοινωνία που ρέπει προς την αυτοκαταστροφή χωρίς να το αντιλαμβάνεται εξαιτίας της ποιότητας ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της. Οι πολιτικοί που βρίζουμε, οι αστυνομικοί που δεν θέλουμε να υπάρχουν, οι «γνωστοί άγνωστοι» που χαϊδεύουμε δεν είναι παρά ένα κομμάτι από τι σάρκα μας.  
   Χτες, ακόμα και τη στιγμή που η Αθήνα των καπνών μας έφερνε τηλεοπτικές μνήμες από το Σεράγεβο, η υποκρισία και τα μεταπολιτευτικά συμπλέγματα μας έδιναν και έπαιρναν. Τόσο διαστρεβλωμένα τηλεοπτικά, όσο και μέσα από Blogs & Social Media.  Φταίνε οι προβοκάτορες, οι παρακρατικοί, η αστυνομία, οι «αναρχικοί», ο Παπουτσής, το σύστημα, ότι θέλει και όπως θέλει να διαβάσει ο καθένας τις αιτίες ανάλογα με το ιδεολογικό του κόλλημα και το αλάθητο του. Οι ίδιες αναλύσεις χρόνων μόνο που σημασία έχει πάντα το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι πως η Αθήνα, μια πόλη που όσοι ζούμε στο κέντρο της και με τις όσες αθλιότητες της, την αγαπάμε και δεν ανεχόμαστε να βλέπουμε να καίγεται από τους Νέρωνες της. Όχι από τον κόσμο που συγκεντρώθηκε και αποφάσισε έτσι να εκτονώσει  την οργή του,  αλλά από μια μερίδα –μεγάλη ας μη γελιόμαστε- που αποτελείτε είτε από κάποιους εντεταλμένα , είτε από κάποιους  που η ιδεολογική τους παράνοια και η εκμετάλλευση της έχει ανδρωθεί στο να επενδύει στο χάος. Μέσα από την ατιμωρησία, την ανομία και τα αντιεξουσιαστικά συμπλέγματα μιας κοινωνίας που σιωπά και τη δικαιολογεί  χρόνια τώρα όταν ο στόχος είναι ένστολος ή συμβολίζει την εξουσία.  Μια εξουσία που είτε καθοδηγεί είτε εκμεταλλεύεται είτε και τα δύο μαζί αλλά που πάντα είναι ο τελικός ευνοημένος. Η μάχη των δρόμων έχει ένα κοινό πρόσημο. Τον ίδιο φασισμό της βίας, που αλληλοδιαπλέκεται και συνοδοιπορεί είτε προέρχεται από τους νόμιμους εκπροσώπους της κρατικής βίας, είτε από τους κουκουλοφόρους αντίπαλους και «αντίπαλους» αλλά με τον ίδιο στόχο ως αποτέλεσμα. Το φόβο που προκαλεί το χάος.
   Ασφαλώς και η βία είναι το βασικότερο συστατικό αλλαγής στην Ιστορία απέναντι στην εξουσία. Κανένας λαός δεν άλλαξε τη μοίρα του ειρηνικά και κανένα σύστημα δεν «έπεσε» μη βίαια. Είναι διαφορετικό όμως το λαϊκό ξέσπασμα από το γνωστό χιλιοπαιγμένο έργο που είδαμε και ναι, περιμέναμε.  Πλέον όμως δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Ήρθε η ώρα να δούμε επιτέλους ΚΑΙ στο πρόσωπο τους τον αντίπαλο μας.
    Όσο καταδικαστέα και φασιστική είναι η νοοτροπία και η μεθοδολογία της ένστολης κρατικής καταστολής, άλλο τόσο φασιστική είναι και η μεθοδολογία των αυτοαποκαλούμενων «αναρχικών», «αριστεριστών», ή όπως άλλως ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ θέλουν να ονομάζονται, πάντως φασιστών και κουκουλοφόρων.  Που εν κατακλείδι έχουν πάρα πολλές ευθύνες για το μαρασμό και την ανεργία του κέντρου της Αθήνας  μιας και ότι επιχειρεί να κάνει με τα αντιλαϊκά μέτρα σε βραχυπρόθεσμο χρόνο η Κυβέρνηση, μπορούν να το καταφέρουν μέσα σε μια νύχτα. Γιατί οι επιχειρήσεις που κάηκαν δεν είχαν «πλουτοκράτες συστημικούς» αλλά εργαζόμενους μέχρι χτες και σήμερα –εξ αιτίας τους- άνεργους που στη δική τους ανεγκέφαλη κοσμοθεωρία αποτελούν παράπλευρες απώλειες ενός αγώνα.  Αγώνα που τελικά ισχυροποιεί το σύστημα, καπηλεύεται τη διαμαρτυρία και ενισχύει το φόβο.
ΥΓ. Βλέποντας το Αττικόν να καίγεται, μαζί με το κτήριο καιγόντουσαν στιγμές, αναμνήσεις, γέλια και δάκρυα, συναντήσεις, σκηνές που παραμένουν στη μνήμη και φέρνουν ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο κάηκε χτες μαζί με την αισθητική που πρόσφερε το πανέμορφο κτήριο στη Σταδίου. Ίσως όμως και να ήταν συμβολικά αναπόφευκτο μιας και η αισθητική και ο πολιτισμός μας έχουν προ πολλού γίνει στάχτη.. Θλιψη..

Ιδιωτικός τομέας. Το τελευταίο (;) κομμάτι του πάζλ στον εμφύλιο των δουλοπαροίκων..

  Το τελευταίο(;) κομμάτι του πάζλ σε σχέση με τα εργασιακά δικαιώματα αφορά τον ιδιωτικό τομέα. Του περισσότερο ίσως υποψιασμένου εργατικού δυναμικού της χώρας μιας και δεν περίμενε την Τρόικα ή τη νέα διαπραγμάτευση για να βιώσει την έλλειψη δικαιωμάτων του.  
  Το καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας, η μη νομοθετημένη αλλά ουσιαστική απαγόρευση του συνδικαλίζεσθε, η κατάργηση του ωραρίου, η μη πληρωμή των υπερωριών, το καθεστώς ενοικίασης εργαζομένων και τόσες άλλες πρακτικές αποτελούν καθημερινότητα εδώ και χρόνια. Η επιλογή ο ιδιωτικός τομέας να είναι ο τελευταίος κρίκος χρονικά στην αλυσίδα των εργασιακών αλλαγών δεν ήταν τυχαίος. Οι εργασιακές αλλαγές δεν θα μπορούσαν να γίνουν μαζικά. Όσο καλά και να ελέγχετε ο στρατός των δοτών συνδικαλιστών, υπήρχε ο κίνδυνος μιας μαζικότερης αντίδραση.
  Το διαίρει και βασίλευε αποτελούσε ανέκαθεν μια δοκιμασμένη πρακτική που βρήκε πολύ βολικά την εφαρμογή του στο διαχωρισμό των εργαζομένων. Έτσι οι δημόσιοι υπάλληλοι έσυραν το χορό ως οι ένοχοι που έπρεπε να πληρώσουν για τη διαφθορά του δημοσίου τομέα με εργασιακή τιμωρία αλλά και με τάσεις ρεβανσισμού από τους υπόλοιπους. Η επιλεκτική επιλογή κλειστών επαγγελμάτων έφερε έντεχνα την εκφρασμένη μέσω των ΜΜΕ κοινή γνώμη να ζητά περισσότερη καταστολή στις απεργιακές κινητοποιήσεις ενάντια στα τετελεσμένα. Οι πρώην επιχειρηματίες των καταστημάτων που κλείνουν και ΔΕΝλογίζονται ως άνεργοι εκπροσωπούνται από το ΕΒΕΑ χωρίς περεταίρω σχολιασμό…. Οι υπάλληλοι των ΔΕΚΟ  βρίσκονται στο στόχαστρο τόσο των δημοσίων  υπαλλήλων και πρώην συνάδελφων τους για να πληρώσουν κι αυτοί, όσο και των ιδιωτικών που «βλέπουν» τις αλλαγές ως «θεία δίκη».  Η κατάντια μιας χώρας που τη στιγμή που επιστρέφει στον «εργασιακό μεσαίωνα» -είναι η λέξη που μας τονίζουν οι επαγγελματίες της ενημέρωσης και οι υπόλοιπες μαριονέτες του πολιτικού συστήματος-, αντί να είναι ενωμένη, για άλλη μια φορά στην ιστορία της επιλέγει τη διάσπαση  και το ρεβανσισμό ή στην καλύτερη των περιπτώσεων στην αυτιστική απάθεια.
   Οι αλλαγές στον ιδιωτικό τομέα το μόνο που χρειάζονταν ήταν απλά μια δικαιολογία. Το αν αυτή έχει το όνομα ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα μικρή σημασία έχει.        
   Η απουσία τους εξάλλου όπως έχουμε καλά ενημερωθεί, δεν οφείλεται στο ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι άμεσα ή έμμεσα κρατικοδίαιτες. Δεν οφείλεται στη μη επαναχρηματοδότηση των κερδών των εισηγμένων κυρίως εταιριών που υπήρξαν τεράστια για το μέγεθος τους τα τελευταία χρόνια. Δεν οφείλεται στη μη αναζήτηση νέων αγορών πλην του κράτους. Δεν οφείλεται στην απουσία έρευνας και καινοτομίας. Δεν οφείλεται στην έλλειψη ποιότητας. Δεν οφείλεται εν τέλει στο ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν να ξεπεράσουν τις απαρχαιωμένες δομές τους ή την οικογενειοκρατική τους αντίληψη.
   Οφείλεται όπως αποφασίστηκε στους μισθούς και τη «μη ευελιξία»  της αγοράς εργασίας που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει ανάγκη παραγωγής εργαζομένων με συνθήκες αναλώσιμων δουλοπαροίκων. Κάτι απαραίτητο για να μπορέσει να «νοικοκυρευτεί» πλέον το κράτος. Όχι για να δημιουργήσει μη ελλειμματικούς δημόσιους και παραγωγικούς πυλώνες, αλλά για να μπορέσει να ξεφορτωθεί τα αποτελέσματα της δικής του ανικανότητας στους επιλεγμένους επενδυτές προσφέροντας τους συμβάσεις με αποικιακούς όρους εργασίας.
 Η ΓΣΕΕ εξάλλου και όλοι οι αυτοκαταργημένοι συνδικαλιστικοί φορείς δεν αποτελούν πια όχι ελπίδα αλλά μάλλον περισσότερο φόβο και οργή επιφέρουν. Οργή σιωπηλή που δεν μπορεί να ξεσπάσει ή να εξωτερικευθεί μιας και κανείς δεν μπορεί πλέον να την εμπνεύσει. Ακόμα και η αριστερά κούρασε όπως όλα τα αντί χωρίς πραγματική εναλλακτική πρόταση που να βασίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε εκθέσεις ιδεών ή ελπίδων. Όταν το νέο όραμα μας ως εργαζόμενοι είναι η παραμονή στην εργασία τον επόμενο μήνα ακόμα και με μισθό που δεν ανταποκρίνεται ούτε στις βασικές ανάγκες, χρειάζονται προτάσεις που δεν θα χαϊδεύουν αυτιά ούτε θα παίζουν με τις λέξεις περιγράφοντας μια κατάσταση που ήδη βιώνουμε.
  Διασπασμένοι και με σκυμμένο κεφάλι ανακαλύπτουμε συνεχώς τα καινούργια όρια απώλειας του χαμένου αυτοσεβασμού μας ρωτώντας τον εαυτό μας «πώς μας τούμπαραν έτσι;, πώς φτάσαμε ως εδώ;» Μόνο που καταντάει γελοίο το ότι δεν θυμόμαστε πλέον πόσες φορές το χουμε ξαναπεί…
Το ίδιο κείμενο με πολύ μικρές αλλαγές το έχω ξαναδημοσιεύσει  πριν περίπου ένα χρόνο. Νόμιζα τότε πως εκείνα τα μέτρα, εκείνο το κομμάτι του πάζλ ήταν το τελευταίο.. Μάλλον όμως ήταν το πρώτο από τα πολλά που ακολούθησαν και θα ακολουθήσουν..