Βανδαλισμός Μνημείου Λυσικράτη. «Βάρβαροι» ή «Επαναστάτες»; Η κουλτούρα της αμάθειας ενός λαού σε πολιτισμική κρίση.

Βάνδαλοι ή «επαναστάτες»; Χτες το μνημείο του Λυσικράτη στην Πλάκα προστέθηκε στη λίστα των βανδαλισμένων μνημείων της πόλης. Μια λίστα που μεγαλώνει με γεωμετρική πρόοδο τα τελευταία χρόνια και που πέρα από την οφθαλμοφανή ασχήμια που επιβάλει στην πόλη, εγείρει ερωτήματα που θα έπρεπε να είναι ύψιστης σημασίας για ένα λαό που θέλει να είναι -και όχι να αυτοχαρακτηρίζεται- πολιτισμένος με πηγές μνήμης, ταυτότητα, ιστορική και πολιτισμική συνέχεια και ασφαλώς αυτογνωσία.
Το πρώτο ερώτημα είναι το αν μια πράξη βεβήλωσης είναι επαναστατική με ιδεολογικό ή αισθητικό υπόβαθρο.  Ιστορικά, το φαινόμενο δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε άγνωστο.  Το ιδεολογικό –θεολογικό- υπόβαθρο μαζικών καταστροφών μπορεί να αναζητηθεί ιστορικά τόσο στους Βυζαντινούς χρόνους την περίοδο της εικονομαχίας ή την περίοδο καταστροφής των αρχαίων ναών, όσο και στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία κατά τους πρώτους χρόνους του Προτεσταντικού κινήματος. Κι αν σε αυτές τις πράξεις η ιδεολογικοποίηση της καταστροφής αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου θρησκευτικού φανατισμού,  στους σύγχρονους χρόνους ταυτίστηκε με την ιδεοληψία της προσβολής του κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος. Μέσω του βανδαλισμού των μνημείων να εκφράζεται η υποτίμηση της Παράδοσης, της εθνικής συνέχειας άρα και ιστορικής ταυτότητας του κατεστημένου ενώ παράλληλα η εναντίωση –μέσω καταστροφής- στον κλασικισμό ή την παραστατική τέχνη (κυρίως) να αντιτίθεται στα αισθητικά πρότυπα της αστικής τάξης ή ακόμα πιο αρρωστημένα στα αισθητικά πρότυπα της καταναλωτικής κοινωνίας και την ταύτιση τους  με τον αναχρονισμό.
Αυτή όμως η «ιδεολογική» στάση  έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη της Τέχνης που καθιστά το κάθε έργο αυτόνομο ενώ ο αντι-κλασικισμός και η «προσβολή» του αποτέλεσε συστατικό τόσο της μοντέρνας όσο και της μεταμοντέρνας τέχνης που σήμερα είναι πλήρως αποδεκτές από την καθεστηκυία τάξη. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ιδεολογικοποίηση της καταστροφής όχι μόνο δεν νομιμοποιείται αλλά αποτελεί δήλωση άγνοιας, αμάθειας και αρρωστημένου μηδενισμού ενώ  η βεβήλωση ενός ιστορικού μνημείου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παράνομο σύμπτωμα όχι μόνο πολιτιστικής αλλά και πολιτισμικής ένδειας.

Το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι αν αυτή η πολιτιστική και πολιτισμική ένδεια αφορά μόνο τους καταστροφείς. Δυστυχώς μας αφορά ως κοινωνικό σύνολο.  Ο βανδαλισμός  δημοσίων μνημείων από μια μικρή μερίδα δεν είναι ασύνδετος με την έλλειψη σεβασμού του συνόλου των δημοσίων χώρων από τους κατοίκους  της πόλης των Αθηνών ή της χώρας. Τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα και ανησυχητικά από την επικράτηση ενός δόγματος ανομίας. Κι αν η ανομία και η ατιμωρησία είναι φαινόμενο πολιτικών προεκτάσεων που θεωρητικά μπορεί να αλλάξει με την εφαρμογή του νόμου, υπάρχει ένα βαθύτερο πρόβλημα που θα χρειαστεί χρόνια για να επουλωθεί. Αυτό δεν είναι άλλο από την συμπεριφορά των πολιτών σε σχέση με αυτά τα φαινόμενα.  Πολιτισμένος είναι ο πολίτης που η συμπεριφορά και η στάση του δεν στηρίζεται στο φόβο του νόμου αλλά στις αξίες του που τον εμποδίζουν να προβεί σε μια έκνομη πράξη. Και αν θέλουμε να τοποθετήσουμε αυτή τη συμπεριφορά στο θέμα σεβασμού των μνημείων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, η πολιτισμένη συμπεριφορά αντικατοπτρίζεται στην κατάσταση των χώρων που τα φιλοξενεί. Όταν η πολιτεία είναι υποχρεωμένη πέραν της φύλαξης από κλοπή και συντήρησης τους να επιφορτισθεί με καθήκοντα προστασίας τους από βανδαλισμούς ή ακόμα και καθαριότητας είμαστε απλά λαός σε πολιτισμική κρίση με τη βεβήλωση να αποτελεί απλά ένα σύμπτωμα. Μια βόλτα στην Αθήνα των αρχαιοτήτων το κάνει αυταπόδεικτο ενώ δίνει και την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον γνωρίζουμε την αξία αυτής της κληρονομιάς…    

https://www.facebook.com/leonidas.karageorgos.antilogos/

Κεντροαριστερά κόμματα χωρίς λόγο ύπαρξης…

Αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα χωρίς παρωπίδες και ιδεολογικές αγκυλώσεις δεν υπάρχει πλέον χώρος για την Κεντροαριστερά στη χώρα μας (Ο Σύριζα δεν είναι κεντροαριστερά αλλά ένα μόρφωμα εξουσίας) όπως αυτή εκφράζεται από τα υπάρχοντα κόμματα. Δομήθηκε, οργανώθηκε και διαπλεχθηκε με απαραίτητη προϋπόθεση την ύπαρξη χρημάτων για σπατάλη με πρόσχημα την κοινωνική πολιτική. Πρόσχημα γιατί το ισοζύγιο σπατάλης και πλουτισμού ημετέρων σε σχέση με την ανάπτυξη κοινωνικών δομών και άρσης ανισοτήτων –που ασφαλώς έγιναν και της πιστώθηκαν- ήταν χαοτικό. Όσο υπήρχαν τα χρήματα μέσω δανεισμού ή Ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων αποτέλεσε την κυρίαρχη δύναμη. Η Δεξιά όπως αυτή εκφράστηκε από τη ΝΔ απλά αντέγραψε ή επιχείρησε να αντιγράψει το μοντέλο. Η πλασματική ανάπτυξη 30 χρόνων αφορούσε μόνο επιχειρήσεις που συνδέονταν με το Κράτος – πελάτη ενώ η ΜΗ κρατική επιχειρηματικότητα αποτέλεσε απλά ένα κωδικό είσπραξης φόρων. Με τις υπάρχουσες δομές τους υπό τις παρούσες συνθήκες τα κεντροαριστερά κόμματα έχουν τρεις επιλογές. Να συνταχθούν με τη ΝΔ που σώζεται ως ο έτερος πόλος- στο όνομα ενός υποτιθέμενου Ευρωπαϊσμού. Να συνταχθούν με το Σύριζα όταν και αν παραστεί η ανάγκη στήριξης του. Να αλλάξουν. Μόνο που για το τελευταίο ούτε μπορούν, ούτε θέλουν.. Αφήνουν απλά ένα χώρο ψηφοφόρων πολιτικά ορφανό.
https://www.facebook.com/leonidas.karageorgos.antilogos/

#Παραιτηθείτε. Οι Μεν και οι Δε..

 Στην αιώνια διχαστική Ελλάδα «πρέπει» να είσαι ή με τους μεν ή με τους δε. Σύνθεση εξάλλου δεν αποτελεί μια ορθολογική διαδικασία προς μια κοινή αξιακή συνισταμένη με γνώμονα το  κοινωνικό όλον αλλά μια επί μέρους συμφεροντολογική συμφωνία που θα εξασφαλίσει την εξουσία στα πάνω και τη διατήρηση κεκτημένων –συνήθως εις βάρος του όλου- προς τα κάτω. Έτσι, η συμμετοχή ή μη σε μια αντίδραση που πάντα θα είναι καπελωμένη -ή θα επιχειρηθεί να καπελωθεί- αποτελεί δεικτική ταύτιση στους μεν ή τους δε. Η ατομική γνώμη και στάση τσουβαλιάζεται σε ένα άκρατο λαϊκισμό που αποτελεί τη βασική πολιτική φιλοσοφία της χώρας. Το καθήκον του κάθε Πολίτη να είναι πάντα –όχι κομματικά- στην αντιπολίτευση ελέγχοντας την εκάστοτε εξουσία και απαιτώντας την ισονομία από αυτήν, εγκλωβίζεται στην ταύτιση και την υιοθέτηση ενός στείρου αντιπολιτευτικού λόγου όπως αυτός εκφράζεται από το εκάστοτε κόμμα που διεκδικεί την επάνοδο του στην εξουσία. 
Και αν τελικά η κρίση μας δίδαξε κάτι, αυτό δεν είναι το οφθαλμοφανές χρόνιο διαχειριστικό πρόβλημα της οικονομίας αλλά την παντελή έλλειψη κοινωνικής και πολιτικής παιδείας που ακόμα και σήμερα στρουθοκαμηλίζουμε πως δεν υπάρχει. Ίσως  και λόγω του ότι είμαστε ανίκανοι και χωρίς τα πνευματικά εφόδια για να το αντιληφθούμε…