Ζητείται ελπίς ή μήπως σοβαρότητα;

    Η διαφορά ανάμεσα στον ενήλικο από τον ανήλικο,

έγκειται κυρίως στο βαθμό υπευθυνότητας και αντίδρασης σε κρίσιμες καταστάσεις.  Ενώ ο ενήλικος πρέπει να πάρει μια απόφαση και να αντιδράσει με σοβαρότητα αναλαμβάνοντας την ευθύνη των πράξεων του, ο ανήλικος αφ ενός δεν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες και αφ ετέρου εφευρίσκει μια δικαιολογία –πολλές φορές υπερβολικά αφελή-  για την «αθώωση» του.  Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι ενδεχομένως πως αντιδρά με την ανωριμότητα ενός ανήλικου στις κρίσιμες στιγμές για το παρόν και το μέλλον της. Μόνο που πλέον έχει ενηλικιωθεί…
   Σύμφωνοι, η χώρα μας σαν κρατική οντότητα έχει πολύ μικρή ιστορία σε σχέση με τους εταίρους της.  Θα μπορούσαμε να κάνουμε αναλύσεις επί αναλύσεων για το κάτω από ποιες συνθήκες διαμορφώθηκε το σημερινό κράτος, τις εσωτερικές αναταραχές, της επίδραση του ξένου παράγοντα κλπ. Μόνο που έτσι θα χαθούμε στη θεωρία.
   Από το 1974 και μετά η Ελλάδα μετράει τα πιο ελεύθερα χρόνια της ιστορίας της. Όχι με το ιδεατό επίπεδο δημοκρατίας  που θα θέλαμε, αλλά σίγουρα με την ευλογία του να αποφασίζει ο λαός με την ψήφο του για το ποιοι τον εκπροσωπούν. Το μορφωτικό επίπεδο ανέβηκε, η πρόσβαση στην ενημέρωση έπαψε να αποτελεί ταμπού για τους κρατούντες, η επαφή με ξένες κουλτούρες έγινε προνόμιο όλων.  Οι ορίζοντες άνοιξαν και το μόνο που απέμενε ήταν να απλώσουμε το χέρι και να αδράξουμε την ευκαιρία. Να ενηλικιωθούμε. Μόνο που αντί για ενηλικίωση, προτιμήσαμε τον παλιμπαιδισμό μας.  Την ανευθυνότητα απέναντι στην ευθύνη, το σήμερα χωρίς τη σκέψη του αύριο, τη δικαιολογία για την αδράνεια και την υστέρηση. Ξενοφοβία, στερεότυπα, κουτοπονηριά και βόλεμα σε ένα τραγικό μείγμα δικαιολόγησης της στάσης μας. Το σύνδρομο ότι αποτελούμε τον ομφαλό της γης σαν το παιδί που πρέπει να είναι πάντα στην προσοχή όλων και που πρέπει να του κάνουν το χατίρι ποτέ δεν μας εγκατέλειψε.  
   Με αυτά και πολλά άλλα αντίστοιχα χαρακτηριστικά βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τους εαυτούς μας στη δίνη μιας παγκόσμιας κρίσης που μας έφερε στο μάτι του κυκλώνα ως αδύναμο κρίκο. Για το πώς και το γιατί έχουν γίνει χιλιάδες αναλύσεις. Το ζήτημα είναι πως βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο, σε ένα σταυροδρόμι που το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να δείξουμε για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία μας σοβαρότητα και μάλιστα επιτακτικά. Ως πολίτες, ως άτομα ξεχωριστά και κυρίως ως ψηφοφόροι. Το παραμύθι των κακών πολιτικών και του αθώου λαού τελείωσε. Στις εκλογές επιλέξαμε για άλλη μια φορά να μας εκπροσωπήσουν πρόσωπα που είτε έχουν αποδείξει έμπρακτα την ανικανότητα τους στον πολιτικό στίβο, είτε εκφράζουν το άκρατο λαϊκισμό της κοινωνίας μας.  Δευτεροκλασάτοι ηθοποιοί, πρώην ποδοσφαιριστές και μοντέλα, πολιτικάντηδες που αλλάζουν ιδεολογία και απόψεις ανάλογα με την καιροσκοπική επικαιρότητα.
Ψηφίσαμε Χρυσή Αυγή ως αντίδραση αλλά και γιατί δεν μας χαλάει η στάση τους στο μεταναστευτικό. Ο ρατσισμός πάντα υπήρχε στο γονίδιο μας. Ψηφίσαμε Ανεξάρτητους Έλληνες γιατί μας βόλευε πάντα το αντί και η μετατόπιση ευθυνών. Ψηφίσαμε Σύριζα γιατί πιστεύουμε στα θαύματα. Θεωρούμε πως «στείλαμε» μήνυμα σε αυτούς που εκλέξαμε και πως αυτό ελήφθει.. Το μόνο όμως που ελήφθει είναι πως δεν πρέπει να ανησυχούν για τους «αιώνιους έφηβους».  Έτσι, αντί να συμφωνήσουν σε ένα μίνιμουμ βασικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της κατάστασης, από την επαύριο των εκλογών ξεκίνησαν την προεκλογική ετοιμασία για τις επόμενες.  Ο μεγάλος στόχος δεν είναι οι λύσεις αλλά το μπόνους των +50 και με ποιο τρόπο θα αξιοποιηθεί. Ψεύτικα διλήμματα, ψεύτικη σοβαρότητα, ψεύτικος αντιευρωπαισμός ή φιλοευρωπαϊκός, λαϊκισμός. Εικονική πόλωση με σκοπό μια μικρή αύξηση στα ποσοστά που θα μπορεί να φέρει το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις.
   Αλήθεια, πώς είναι δυνατόν να πείθει ο Σαμαράς πως αποτελεί την υπεύθυνη λύση; Πώς γίνεται οι ένοχοι να πείθουν πως είναι σωτήρες; Πώς μπορεί να πείθει ο Τσίπρας πως μπορεί να αλλάξει το οικονομικό τοπίο (ή μήπως να μην αλλάξει τίποτα) «αναίμακτα» για τους πολλούς;  Πώς γίνεται να πείθει πως θα συγκρουστεί στο ευρωπαϊκό πεδίο και θα βγει νικητής με τους δανειστές όταν η θέση της χώρας είναι τόσο ανίσχυρη;  Πώς γίνεται να παίζουν όλοι στις πλάτες μας μια τόσο κακή θεατρική παράσταση αν δεν ξέρουν πως απευθύνονται σε «πολιτικά ανήλικους»;  Πώς γίνεται σε μια τόσο κρίσιμη καμπή να μην δίνονται απαντήσεις πάνω στα πραγματικά δεδομένα διάλυσης κράτους, οικονομίας, και κοινωνικού ιστού;  Πώς γίνεται να μην απαντάμε πάνω στην αλήθεια των προβλημάτων που δεν έχουν ιδεολογική οπτική γιατί είναι άμεσα;  Πώς γίνεται τελικά και εμείς οι από κάτω να ζητάμε να αγοράσουμε ελπίδα αντί να ζητήσουμε σοβαρότητα; Πάνω από όλα από τους εαυτούς μας.
Advertisements

Αριστερή κυβερνητική προοπτική και media Ένα κακόγουστο «παιχνίδι» στο μετέωρο βήμα των πολιτικών κομμάτων. Mόνο που η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να περιμένει την καταστροφή

   Προσπαθώ από προχθές να καταλάβω πως προέκυψε η εντολή του λαού για μια αριστερή κυβέρνηση,  που σε προσωπικό επίπεδο πάντα ονειρευόμουν για τη χώρα μου μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.. Βλέποντας τα ποσοστά των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν μου προκύπτει. Το 16.78 % και οι 1.061.265 ψήφοι του δεύτερου τη τάξη ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί μεν μια μεγάλη και ιστορική άνοδο για την αριστερά όμως δεν αποτελεί λαϊκή εντολή και δεν θα αποτελούσε ακόμα και αν προερχόταν από το 100% του εκλογικού σώματος και όχι του σημερινού με το 19% να μην εκφράζεται στη βουλή λόγω του 3% συν την αποχή που δεν μπορεί να ενταχθεί όλη στην αριστερά. Ακόμα και αν υποθέταμε πως το εκλογικό σύστημα ήταν η απλή αναλογική, και ακόμα και αν συναθροίζονταν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΔΗΜΑΡ, με το ΚΚΕ να αποτελεί εντελώς αυθαίρετη πρόσθεση μιας η θέση του είναι εντελώς διαφορετική όσον αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, πάλι το ποσοστό δεν ήταν ικανό να ορκίσει κυβέρνηση.
   Παρακολουθώντας τα media από το βράδυ της Κυριακής, με την πάροδο του χρόνου η αίσθηση αυτής της αριστερής στροφής που πέρναγαν προς τα έξω  γινόταν όλο και μεγαλύτερη.  Η συντριβή του Πασοκ αλλά και τα πολύ χαμηλά ποσοστά της ΝΔ, κόμματα σε άμεση σχέση και διαπλοκή σε όλα τα επίπεδα με τα media, εμφάνισαν το ΣΥΡΙΖΑ σαν τον μεγάλο νικητή των εκλογών. Όχι όμως στη βάση του ότι ήταν μια πολύ μεγάλη επιτυχία για την αριστερά αλλά στα πλαίσια της ίδιας και που πλέον ο λόγος και η δύναμη της μπορούν να αποτελέσουν ρυθμιστικό ρόλο. Εμφανιζόταν – ειδικά από τη στιγμή που αθροιστικά το Πασοκ και η ΝΔ δεν εξέλεγαν τους βουλευτές που θα τους εξασφάλιζαν δεδηλωμένη- ως η κυρίαρχη δύναμη. Κάτι που όμως σε επίπεδο ψήφων και ποσοστών δεν προέκυπτε από πουθενά. Με την ίδια λογική, τα ποσοστά του Καμμένου και οι 400.000 ψηφοφόροι της ΧΑ θα μπορούσαν να ερμηνευθούν αντιστοίχως αυθαίρετα ως μια ακροδεξιά στροφή.
   Προέκυπτε όμως από την αντιμετώπιση του Σύριζα τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από τους βουλευτές των δύο καταποντισμένων κομμάτων που δεν χρειάστηκε να κάνουν την αυτοκριτική τους ή να κρύψουν την αμηχανία τους για την τιμωρία της κάλπης. Η συζήτηση  με επίκεντρο την αριστερή προοπτική ήταν κάτι που βόλευε τους πάντες. Τα mediaπου χρόνια λειτουργούν ακραιφνώς προπαγανδιστικά υπέρ του δίπολου φέροντας πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση.  Τη ΝΔ μιας και απέτυχε δραματικά στο στόχο της να βγάλει αυτοδυναμία ή να αποτελέσει την αδιαφιλονίκητη προοπτική όπως μόνο ο Σαμαράς και οι κοντινοί του πίστευαν… Το Πασοκ που μέσα στη διαλυτική του αποσύνθεση  θυμήθηκε τον όμορο  χώρο που οι πολιτικές του απώλεσαν και που κανέναν πολίτη δεν μπορεί πλέον να πείσει για τη σοσιαλιστική του πρακτική.
   Η τακτική συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες που πολύ έντεχνα προσπάθησαν να ρίξουν το μπαλάκι» στον Τσίπρα και να ανασυνταχθούν μέσω της στήριξης στο ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει κυβέρνηση, άμεσα όμως εξαρτώμενη και από τα δύο. Η φθορά τους θα σταματούσε να προκαλεί την ελεύθερη πτώση τους μιας και αφ ενός δεν θα είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης αφ ετέρου  θα εμφανίζονταν να προτάσσουν τη διαλλακτικότητα και τη δημοκρατική τους  αρχή για το καλό του τόπου. Ταυτόχρονα, η  ανάληψη της χαώδους πραγματικότητας από το ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη και νομοτελειακά αστοχία του θα τους καθιστούσε άμεσα ως τις δυνάμεις ευθύνης και τελικά αθώες για τα οικονομικά εγκλήματα της πολιτικής τους.
   Το έργο δεν πέτυχε, ήταν άλλωστε πολύ πρόχειρο και αφελές. Η έπαρση όμως που επέδειξε τόσο ο αρχηγός όσο και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ την πρώτη μέρα σε συνδυασμό με τις αλλοπρόσαλλες για την πραγματικότητα δηλώσεις τους έδωσαν μια μεγάλη ανάσα στους φορείς του δικομματισμού ενώ και τα mediaπου στηρίζουν το υπάρχον σύστημα, εκμεταλλεύτηκαν άμεσα τον ξαφνικό αντιευρωπαϊσμό -σε πρακτικό επίπεδο- των θέσεων που δηλώνονταν χωρίς καν να εμφανίζουν μια κοινή γραμμή από τα στελέχη του Σύριζα, και επανέφεραν ανακουφισμένα τη ρητορεία της καταστροφής. Κι αν στο επίπεδο του προσωπικού μας θυμικού η ικανοποίηση για το» ρίξιμο στο καναβάτσο» και την εμφάνιση των αρχηγών των δύο πρώην «μεγάλων» κομμάτων σε ρόλο κομπάρσου που καλούνταν να αυτό-εξευτελιστούν για να υπάρξει πιθανότητα σύγκλισης ήταν κάτι που και ρεβανσιστικά ίσως τόνωνε το τσαλαπατημένο από τις επιλογές τους ηθικό μας, η πραγματικότητα όμως είναι τόσο ζοφερή που δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.  
   Οι εκλογές δεν έδωσαν σε κανένα κόμμα την εντολή να τηρήσει το πρόγραμμα του. Δεν νομιμοποίησαν κανέναν να συμπεριφερθεί ως ο απόλυτος άρχων, δεν επένδυσαν σε κανένα αλάθητο, δεν έδωσαν σε κανέναν το δικαίωμα να εμφανιστεί ως η σώφρον δύναμη  σταθερότητας.  Το μήνυμα ήταν να καταφέρουν να βρουν ένα κοινό τόπο συνεννόησης και συνεργασίας για την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων μιας χρεοκοπημένης χώρας που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου να κωλυσιεργεί σε μικροπολιτικές τακτικές για κομματικά ή παραταξιακά οφέλη στις επόμενες εκλογές.  
  Τα μνημόνια, οι συνθήκες, οι συμβάσεις που υπογράφει ένα κράτος και το δεσμεύουν αποτελούν ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ την υποχρέωση τόσο της τήρησης τους όσο και της συνεχούς προσπάθειας για καλυτέρευση των όρων. Είτε αφορά οικονομικές συμφωνίες, είτε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, είτε οτιδήποτε έχει να κάνει με διακρατικές συμφωνίες.  Η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου δεν είναι κάτι στιγμιαίο αλλά θα πρέπει να είναι μια συνεχής και αέναη προσπάθεια καλυτέρευσης των συνθηκών του. Και όπως σε όλες τις συμφωνίες η σύναψη τους βασίζεται στην ισχύ της παρούσας στιγμής των μερών που διαπραγματεύονται, έτσι και η επαναδιαπραγμάτευση ενός μνημονίου δανεισμού και διαχείρισης χρέους  είναι σε άμεση συνάρτηση από την ισχύ, την κατάσταση και τα εχέγγυα του δανειζομένου. Στην οικονομία όπως και στην ιστορία τίποτα δεν είναι απόλυτο και τα πάντα αναθεωρούνται αναλόγως της στιγμής και της συγκυρίας. Για τη χώρα μας το προαπαιτούμενο είναι οι ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κρατικό και οικονομικό μόρφωμα που έχουμε δημιουργήσει για να μπορέσουμε να ισχυροποιήσουμε τη θέση μας σε μια συνεχή διαπραγμάτευση. Κυρίως όμως να εξασφαλίσουμε παράλληλα την κοινωνική συνοχή που βρίσκεται ένα βήμα πριν τη διάλυση εφαρμόζοντας ισονομία και ισότητα στην κατανομή των βαρών.   Τα ποσοστά των εκλογών δεν έδωσαν σε κανέναν την εμπιστοσύνη να το κάνει μόνος του. Η εξασφάλιση της ισονομίας και της ισότητας δεν χρειάζονται προγραμματικές συγκλήσεις, σε μια δημοκρατία είναι προαπαιτούμενα. Οι πολιτικές, οι προτεραιότητες και η στρατηγική χάραξη ασφαλώς και χρειάζονται έναν κοινό τόπο.  Η εντολή των εκλογών ήταν να βρεθεί.  Αν δεν το συνειδητοποιήσουν άμεσα οι ηγετικές ομάδες των «σοφών» και συνεχίζουν να επενδύουν  στο προεκλογικό παιχνίδι παίζοντας με την καταστροφή, η μόνη που δεν θα του στήσει στο ραντεβού με την ιστορία είναι αυτή..

ΥΓ. Η ΧΑ δεν μπήκε τυχαία στη Βουλή, και είναι εντελώς αφελές να θεωρούμε πως 400.000 ψήφοι είναι συλλήβδην προϊόν μη ενημέρωσης και αφέλειας.  Όταν τα media όψιμα ξεκινούν μετά το «εγέρθητι» προς τους εκπροσώπους τους να θυμούνται το φασισμό της εν λόγω ομάδας, στο μυαλό του πεπεισμένου για την «αντίσταση» ψηφοφόρου της ΧΑ που γνωρίζει όπως όλοι μας το ρόλο  των media και την υποτακτικότητα των Βουλευτών προς τα μέλη τους με αντάλλαγμα τη δημοσιότητα, το μόνο που καταφέρνουν είναι την ενδυνάμωση της επιλογής του προς τη συγκεκριμένη φασιστική ομάδα.

Εκλογικά αποτελέσματα. Λυπάμαι, ντρέπομαι, φοβάμαι…

   Σήμερα ξύπνησα  με ένα μούδιασμα και ένα φόβο. Το εκλογικό αποτέλεσμα με τον καταποντισμό των δύο πρώην  «μεγάλων» κομμάτων και  την έξοδο του Λαός και της Ντόρας από τη νέα βουλή , που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα ήταν απλά το ζητούμενο αλλά τόσο ελπιδοφόρο που θα φάνταζε ουτοπικό,  με τον  τρόπο και το σκεπτικό που έγινε και  με αυτό που ανέδειξε με κάνει φοβισμένο.  Όχι για την είσοδο και το ποσοστό της Χρυσής Αυγής.  Κυρίως  για τον τρόπο που αναδείχτηκαν σύμφωνα πάντα με την υποκειμενική μου κρίση οι  νικητές των εκλογών που αδιαμφισβήτητα είναι ο Συριζα, ο Καμμένος και η ΧΑ.  Για το σκεπτικό επιλογής τους.
   Η οργή, ο θυμός, και η αγανάκτηση  εκφράστηκε στις κάλπες.  Οργή όμως που αφορά την τιμωρία των ενόχων για την κατάσταση μιας χώρας που η παιδεία, η υγεία, το κοινωνικό κράτος και η γραφειοκρατία είναι σε τριτοκοσμικά πλαίσιαή μήπως τιμωρία γιατί δεν μπορείτε να μας κάνετε πλέον τα χατίρια όπως μας εκπαιδεύσατε τόσα χρόνια; Αγανάκτηση για την αποκοπή από την κοινωνία και τη συντεχνιακή κάλυψη σκανδάλων ή αγανάκτηση γιατί μας αφαιρέσατε τα οικονομικά  ή συντεχνιακά μας προνόμια (νόμιμα και παράνομα) που μας μάθατε ότι δεν αγγίζονται;  Θυμός γιατί μας εγκλωβίσατε σε μια κατάσταση με το μέλλον μας υποθηκευμένο λόγω του υπέρογκου ακόμα και για πολύ πιο ισχυρές οικονομίες χρέος  ή θυμός γιατί δεν προλάβατε να σώσετε την παρτίδα όπως κάνατε τόσα χρόνια με προϋπολογισμούς που ποτέ δεν τηρούνταν κι ας ήταν δημοσιευμένοι κάθε χρόνο αλλά ποτέ δεν μας απασχόλησε το ότι ήταν εκθέσεις ιδεών που τα κενά τους καλύπτονταν με δανεικά ; 
Οι δύο μεγάλοι νικητές, Σύριζα και Ανεξάρτητοι Έλληνες προέταξαν το αντιμνημονιακό χάιδεμα στα αυτιά μας.  Πύρινοι συναισθηματικοί λόγοι εποχής Ανδρέα Παπανδρέου που ενθουσιάζουν την αρένα, λύσεις απλοποίησης των πάντων, κατηγορώ στους ξένους και τους ανεπαίσχυντους δοσίλογους. Οξύμωρα της άρνησης των συμβάσεων διατηρώντας την ευρωπαϊκή προοπτική… Μεγαλοϊδεατισμός για την Ευρώπη που παρακολουθεί φοβισμένη και με κομμένη την ανάσα για τις εξελίξεις στη χρεοκοπημένη χώρα του απειροελάχιστου ευρωπαϊκού ΑΕΠ που θα σηκώσει το λάβαρο της ευρωπαϊκής αλλαγής και επανάστασης.   
   Η μούντζα στη βουλή ως πολιτική πράξη, οι προπηλακισμοί των εκλεγμένων υπευθύνων, οι απειλές για κρεμάλες, Γουδί και ελικόπτερα, η απομόνωση, το γιαούρτωμα, η αυτοαθώοση μέσω του όχλου της αγανακτισμένης αρένας, μετουσιώθηκαν σε ψήφους προς αυτούς που τη χάιδεψαν και έδωσαν άμεσα ή έμμεσα ελπίδες επιστροφής στο ένδοξο παρελθόν. Οι προηγούμενες πολιτικές διαδρομές ξεχάστηκαν  στην κολυμβήθρα του αντιμνημονιακού λόγου.  «Νέα» πρόσωπα που θα μας φέρουν ελπίδα προηγούνται και εκλέγονται με σταυρό προτίμησης. Γιάννης Δημαράς, Πάνος Καμμένος, Παν.Μελάς, Αλέξης Μητρόπουλος, Βασ.Καπερνάρος, Γιάννης Μανώλης. Παύλος Χαϊκάλης, Π.Κοντογιαννίδης και αρκετοί όμοιοι τους σε πολιτική ή τηλεοπτική διαδρομή.  
   Ο τρίτος νικητής, η νεοναζιστική ομάδα των ηθών της θέσφατης γνώσης και του απόλυτου δίκιου θα κοσμεί τα βουλευτικά έδρανα ενισχύοντας τη δημοκρατία που ήδη είχαμε σε υψηλό επίπεδο. Το ποσοστό της πανελλαδικό και πολύ ψηλό που αναιρεί τις αιτιολογήσεις περί της ανόδου λόγω του γκετοποιημένου κέντρου της Αθήνας και της «εισαγόμενης» εγκληματικότητας και πιστοποιεί πως ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού απολύτως συνειδητά διακατέχεται από ρατσιστικές και φασιστικά «φιλοπάτριδες» απόψεις και στάσεις.
Λυπάμαι που δεν μπορώ να ταυτιστώ με τη χαρά στο δικομματικό χαστούκι. Λυπάμαι που ο τρόπος ψήφου των συμπατριωτών μου με κάνει να φοβάμαι.  Λυπάμαι που τα όνειρα μου για τη χώρα μου να γίνει κάποτε ένα ευρωπαϊκό κράτος  φαίνεται πως δεν συνάδει με τα όνειρα των συμπολιτών μου που ζητούν ευρωπαϊκά προνόμια με ανατολίτικη υποκουλτούρα. Λυπάμαι που ανήκω μάλλον στην «ελιτίστικη» (και ας κατηγορθώ για έπαρση) μειοψηφία που δεν αποφασίζει με το θυμικό του παιδιού που του πήραν το παιχνίδι. Ντρέπομαι που βλέπω εκλεγμένους νεοναζί στη χώρα που κάηκαν τα Καλάβρυτα και που οι παππούδες μου πολέμησαν και έζησαν τις θηριωδίες τους. Ντρέπομαι που η χώρα μου έχει δύο ισχυρά ακραία  κόμματα που οραματίζονται τον ολοκληρωτισμό ο καθένας στους πόλους τους. Μα κυρίως πλέον φοβάμαι…

Εκλογικές σκέψεις σε ένα κατώτερο των περιστάσεων προεκλογικό κλίμα. Μεταρρύθμιση ή Λαϊκισμός; Οι απαντήσεις είναι στο χέρι μας

   Λίγες ώρες πριν της εκλογές και το τοπίο για την επόμενη μέρα αντί να ξεδιαλύνεται μάλλον θαμπώνει. Όχι στο τι θα βγάλει η κάλπη ούτε στο αν σχηματιστεί κυβέρνηση, Ότι κι αν λέγεται προεκλογικά περί ισχυρών εντολών τα δύο «μεγάλα» κόμματα μόνα τους, με κάποιο σύμμαχο ή αν χρειαστεί με κάποια πρόσωπα που θα αποσκιρτήσουν άμεσα από τα κόμματα που θα εκλεγούν «αν παραστεί εθνική ανάγκη» όπως θα μας δηλώσουν, θα σχηματίσουν κυβέρνηση. Το τοπίο θαμπώνει στην ποιότητα στελεχών που θα εκλεγούν και το αν η επόμενη μέρα θα είναι ελπιδοφόρα για το μέλλον ή αν θα βάλει οριστικά την ταφόπλακα στην ελπίδα.
  Το προεκλογικό κλίμα δεν είναι απλά κατώτερο των περιστάσεων αλλά μοιάζει με τρύπα στο χρόνο της πραγματικότητας που δυστυχώς δεν σταματά να τρέχει. Οι κομματικοί οργανισμοί ζουν στον αστερισμό του μνημονίου αλλά ξεχνιέται η κρίση και τα αίτια της που οδήγησαν σε αυτό. Αναφέρεται απλά ως αποτέλεσμα χειρισμών  και μέσω «αλληλοκατηγοριών» προς άγραν ψήφου και συσπείρωσης .
  Το βασικότερο διακύβευμα για την επόμενη μέρα ονομάζεται προγραμματική σύγκλιση. Θα περίμενε κανείς ΌΛΑ τα υπόλοιπα κόμματα πλην του ΚΚΕ που πρεσβεύει μια διαφορετική προγραμματική πραγματικότητα, να συμφωνούν και να έχουν ως πρώτο στην ατζέντα τους το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων και της ριζικής αναμόρφωσης –και με την ευκαιρία του ότι η επόμενη Βουλή είναι αναθεωρητική–  εκ του μηδενός του κρατικού μορφώματος.  
   Ένα κοινό πλαίσιο που δεν βασίζεται πάνω σε ιδεολογικές προσεγγίσεις ή πολιτικές μιας και η αμεσότητα της ανάγκης να ξεφύγουμε από την τριτοκοσμική κρατική πραγματικότητα και την διαχειριστική αντίληψη της σπατάλης και της υπερτροφίας δεν μπορεί να έχει διαχωριστικές γραμμές. Ακόμα και στο πλαίσιο της πελατειακής λογικής των κομμάτων εξουσίας, τα ποσοστά τους και η σημερινή κατάσταση θα μπορούσαν να βάλουν ένα τέλος στη λογική αυτή όσο εξαρτώμενα κι αν είναι από το σύστημα εξουσίας που διαμόρφωσαν. Μια προγραμματική σύγκληση μεταρρύθμισης  όσο κι αν τελικά ο όρος δεν είναι και τόσο δόκιμος όταν ως μεταρρύθμιση θεωρούμε το αυτονόητο, αλλά που αφορά και πρέπει να εμπνέει όλο το πολιτικό φάσμα από όποια διαδρομή κι αν προέρχεται. Είτε Δεξιά, είτε Αριστερά είτε Κεντρώα. Καμία πολιτική πρόταση ακόμα και αν είναι υπέρ ή κατά του μνημονίου και ακόμα και αν έχει μια εντελώς διαφορετική ιδεολογική προσέγγιση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν πρώτα δεν αλλάξει το σημερινό κράτος.
 Αντ. αυτού, όμως ο πολιτικός προεκλογικός λόγος βασίζεται είτε σε ψευτοδιλήμματα είτε στον άκρατο λαϊκισμό του χαϊδέματος από όλα τα κόμματα που διεκδικούν με αξιώσεις την είσοδο τους στη νέα βουλή. Κάτι το οποίο δεν είναι παράξενο αν σκεφτούμε όχι μόνο ποιοι απαρτίζουν τα «νεοσύστατα» κόμματα  αλλά και το πότε και πώς δημιουργήθηκαν.  Αποτελέσματα περισσότερο εκ του ασφαλούς αποσκίρτησης της λογικής ο σωζων εαυτόν σωθήτω μετά το μνημόνιο ΙΙ παρά παραγωγής διαφορετικής πολιτικής σκέψης. Η ψήφιση του δεύτερου μνημονίου από τη ΝΔ άρα και η σίγουρη υπογραφή του, έδωσε την ευκαιρία της αναίμακτης αποχώρησης χωρίς την ταμπέλα του αποστάτη σε όσους ήθελαν μια σανίδα σωτηρίας από την πελατειακή τους κραυγή. Μέσα από αυτή την ασφαλή διέξοδο γεννήθηκαν τα νέα κόμματα αλλά και επανδρώθηκαν με μπαρουτοκαπνισμένα στον κομματισμό στελέχη κάποια υπόλοιπα. *Εξαιρώ τη Χρυσή Αυγή γιατί  στη δική μου υποκειμενική κρίση ένας φιλοναζιστικός και ρατσιστικός μηχανισμός βίας που η κρατική ανυπαρξία και τα τηλεοπτικά κανάλια που την προβάλουν εδώ και καιρό «ψευτοκλαίγοντας» ως   διέξοδο ψήφου οργής δεν μπορεί να αποτελεί κόμμα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Έτσι οι επιλογές μπορεί να εμφανίζονται περισσότερες δεν παύουν όμως σε μεγάλο αλλά σίγουρα όχι απόλυτο βαθμό να είναι συγγενείς, συγκοινωνούντες και παρεμφερείς ανεξαρτήτως του τι προτάσσουν.  Πολλοί όψιμοι αντιμνημονιακοί σήμερα πρώην βουλευτές αποτελούν «παιδιά» του δικομματικού σωλήνα και είναι πάντα πιο κοντά στην αναβαθμισμένη τους επιστροφή παρά στη ρήξη.
    Αν υπάρχει ένα στοίχημα για αυτές τις εκλογές αυτό δεν είναι το ποιος τελικά θα κυβερνήσει αλλά η ποιότητα και η προσωπικότητα των ανθρώπων που απαρτίζουν τη νέα βουλή. Στοίχημα που αφορά την ελπίδα για τα «μικρότερα» κόμματα μιας και η επόμενη βουλή είναι μάλλον η μεταβατική πριν τη μεγάλη διαφοροποίηση και τη σύσταση νέων όμορων σχηματισμών. Το αν θα είναι χωρίς την παλαιοκομματική νοοτροπία και πρακτική και χωρίς τις αγκυλώσεις του εκάστοτε δογματισμού εξαρτάται αποκλειστικάαπό το στελεχιακό δυναμικό που θα προκύψει αλλά και τη δύναμη των κομμάτων μέσα στη νέα βουλή.
Θα επικρατήσει ο λαϊκισμός και η νοοτροπία του Καμμένου παίρνοντας μεγάλο ποσοστό; Θα επιβραβευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ για την πρωτόγνωρη για αριστερό κόμμα «πατριωτική» ρητορική του δημαγωγία ;  Στη ΔΗΜΑΡ θα εκλεγούν οι μεταρρυθμιστές και τα στελέχη που έχουν ανανεωτικό λόγο ή θα επικρατήσουν τα μεταπηδήσαντα μέλη του ένοχου για πολλά στον τόπο παλαιού κομματο-κρατικού ΠΑΣΟΚ;  Το ΚΚΕ θα αυξήσει το ποσοστό του επαίροντας για τη μονολιθική στάση του ή θα πάρει το μήνυμα ότι πρέπει να αλλάξουν πολλά στην προσέγγιση της ηγετικής του ομάδας; Το Λαος θα ενισχυθεί για την αλλοπρόσαλλη καιροσκοπική πολιτική του προέδρου του ή θα μειωθεί η δυναμική του;  Η Ντόρα Μπακογιάννη θα μείνει εκτός ή τελικά οι βάσεις της οικογενειοκρατίας (αλλά και της δοκιμασμένης πολιτικής της ίδιας) δεν πτοούνται από κανένα μνημόνιο και καμία κρίση. Η Δράση και οι Οικολόγοι θα καταφέρουν να μπουν στη Βουλή ή τελικά η νέα προσθήκη θα είναι ο Καμμένος ; Αλλά το πιο βασικό, ποιοι θα είναι αυτοί που θα εκλεγούν;
Ερωτήματα απλά που η απάντηση τους θα δοθεί αποκλειστικά από εμάς την Κυριακή. Θα ψηφίσουμε με γνώμονα τα κριτήρια της αναγνωρισιμότητας, της τηλεδημοκρατίας,  του χαϊδέματος, και της προσωπικής ελπίδας για ημέτερα ενδεχόμενα κέρδη έστω και χωρίς ελπίδα, ή θα ψηφίσουμε αυτούς που έχουν πολιτική ηθική και προσωπικότητα και μας μιλούν στα πλαίσια της πραγματικότητας που δεν μας αρέσει. Κι αν τελικά ισχύει ότι ο κάθε λαός έχει τους ηγέτες και τους πολιτικούς που του ταιριάζουν, ας δείξουμε ότι μας αξίζει κάτι καλύτερο. Διαφορετικά δεν θα είμαστε απλά συνυπεύθυνοι αλλά ένοχοι απέναντι στο μέλλον μας.