Αριστερή κυβερνητική προοπτική και media Ένα κακόγουστο «παιχνίδι» στο μετέωρο βήμα των πολιτικών κομμάτων. Mόνο που η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να περιμένει την καταστροφή

   Προσπαθώ από προχθές να καταλάβω πως προέκυψε η εντολή του λαού για μια αριστερή κυβέρνηση,  που σε προσωπικό επίπεδο πάντα ονειρευόμουν για τη χώρα μου μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.. Βλέποντας τα ποσοστά των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν μου προκύπτει. Το 16.78 % και οι 1.061.265 ψήφοι του δεύτερου τη τάξη ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί μεν μια μεγάλη και ιστορική άνοδο για την αριστερά όμως δεν αποτελεί λαϊκή εντολή και δεν θα αποτελούσε ακόμα και αν προερχόταν από το 100% του εκλογικού σώματος και όχι του σημερινού με το 19% να μην εκφράζεται στη βουλή λόγω του 3% συν την αποχή που δεν μπορεί να ενταχθεί όλη στην αριστερά. Ακόμα και αν υποθέταμε πως το εκλογικό σύστημα ήταν η απλή αναλογική, και ακόμα και αν συναθροίζονταν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΔΗΜΑΡ, με το ΚΚΕ να αποτελεί εντελώς αυθαίρετη πρόσθεση μιας η θέση του είναι εντελώς διαφορετική όσον αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, πάλι το ποσοστό δεν ήταν ικανό να ορκίσει κυβέρνηση.
   Παρακολουθώντας τα media από το βράδυ της Κυριακής, με την πάροδο του χρόνου η αίσθηση αυτής της αριστερής στροφής που πέρναγαν προς τα έξω  γινόταν όλο και μεγαλύτερη.  Η συντριβή του Πασοκ αλλά και τα πολύ χαμηλά ποσοστά της ΝΔ, κόμματα σε άμεση σχέση και διαπλοκή σε όλα τα επίπεδα με τα media, εμφάνισαν το ΣΥΡΙΖΑ σαν τον μεγάλο νικητή των εκλογών. Όχι όμως στη βάση του ότι ήταν μια πολύ μεγάλη επιτυχία για την αριστερά αλλά στα πλαίσια της ίδιας και που πλέον ο λόγος και η δύναμη της μπορούν να αποτελέσουν ρυθμιστικό ρόλο. Εμφανιζόταν – ειδικά από τη στιγμή που αθροιστικά το Πασοκ και η ΝΔ δεν εξέλεγαν τους βουλευτές που θα τους εξασφάλιζαν δεδηλωμένη- ως η κυρίαρχη δύναμη. Κάτι που όμως σε επίπεδο ψήφων και ποσοστών δεν προέκυπτε από πουθενά. Με την ίδια λογική, τα ποσοστά του Καμμένου και οι 400.000 ψηφοφόροι της ΧΑ θα μπορούσαν να ερμηνευθούν αντιστοίχως αυθαίρετα ως μια ακροδεξιά στροφή.
   Προέκυπτε όμως από την αντιμετώπιση του Σύριζα τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από τους βουλευτές των δύο καταποντισμένων κομμάτων που δεν χρειάστηκε να κάνουν την αυτοκριτική τους ή να κρύψουν την αμηχανία τους για την τιμωρία της κάλπης. Η συζήτηση  με επίκεντρο την αριστερή προοπτική ήταν κάτι που βόλευε τους πάντες. Τα mediaπου χρόνια λειτουργούν ακραιφνώς προπαγανδιστικά υπέρ του δίπολου φέροντας πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση.  Τη ΝΔ μιας και απέτυχε δραματικά στο στόχο της να βγάλει αυτοδυναμία ή να αποτελέσει την αδιαφιλονίκητη προοπτική όπως μόνο ο Σαμαράς και οι κοντινοί του πίστευαν… Το Πασοκ που μέσα στη διαλυτική του αποσύνθεση  θυμήθηκε τον όμορο  χώρο που οι πολιτικές του απώλεσαν και που κανέναν πολίτη δεν μπορεί πλέον να πείσει για τη σοσιαλιστική του πρακτική.
   Η τακτική συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες που πολύ έντεχνα προσπάθησαν να ρίξουν το μπαλάκι» στον Τσίπρα και να ανασυνταχθούν μέσω της στήριξης στο ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει κυβέρνηση, άμεσα όμως εξαρτώμενη και από τα δύο. Η φθορά τους θα σταματούσε να προκαλεί την ελεύθερη πτώση τους μιας και αφ ενός δεν θα είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης αφ ετέρου  θα εμφανίζονταν να προτάσσουν τη διαλλακτικότητα και τη δημοκρατική τους  αρχή για το καλό του τόπου. Ταυτόχρονα, η  ανάληψη της χαώδους πραγματικότητας από το ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη και νομοτελειακά αστοχία του θα τους καθιστούσε άμεσα ως τις δυνάμεις ευθύνης και τελικά αθώες για τα οικονομικά εγκλήματα της πολιτικής τους.
   Το έργο δεν πέτυχε, ήταν άλλωστε πολύ πρόχειρο και αφελές. Η έπαρση όμως που επέδειξε τόσο ο αρχηγός όσο και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ την πρώτη μέρα σε συνδυασμό με τις αλλοπρόσαλλες για την πραγματικότητα δηλώσεις τους έδωσαν μια μεγάλη ανάσα στους φορείς του δικομματισμού ενώ και τα mediaπου στηρίζουν το υπάρχον σύστημα, εκμεταλλεύτηκαν άμεσα τον ξαφνικό αντιευρωπαϊσμό -σε πρακτικό επίπεδο- των θέσεων που δηλώνονταν χωρίς καν να εμφανίζουν μια κοινή γραμμή από τα στελέχη του Σύριζα, και επανέφεραν ανακουφισμένα τη ρητορεία της καταστροφής. Κι αν στο επίπεδο του προσωπικού μας θυμικού η ικανοποίηση για το» ρίξιμο στο καναβάτσο» και την εμφάνιση των αρχηγών των δύο πρώην «μεγάλων» κομμάτων σε ρόλο κομπάρσου που καλούνταν να αυτό-εξευτελιστούν για να υπάρξει πιθανότητα σύγκλισης ήταν κάτι που και ρεβανσιστικά ίσως τόνωνε το τσαλαπατημένο από τις επιλογές τους ηθικό μας, η πραγματικότητα όμως είναι τόσο ζοφερή που δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.  
   Οι εκλογές δεν έδωσαν σε κανένα κόμμα την εντολή να τηρήσει το πρόγραμμα του. Δεν νομιμοποίησαν κανέναν να συμπεριφερθεί ως ο απόλυτος άρχων, δεν επένδυσαν σε κανένα αλάθητο, δεν έδωσαν σε κανέναν το δικαίωμα να εμφανιστεί ως η σώφρον δύναμη  σταθερότητας.  Το μήνυμα ήταν να καταφέρουν να βρουν ένα κοινό τόπο συνεννόησης και συνεργασίας για την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων μιας χρεοκοπημένης χώρας που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου να κωλυσιεργεί σε μικροπολιτικές τακτικές για κομματικά ή παραταξιακά οφέλη στις επόμενες εκλογές.  
  Τα μνημόνια, οι συνθήκες, οι συμβάσεις που υπογράφει ένα κράτος και το δεσμεύουν αποτελούν ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ την υποχρέωση τόσο της τήρησης τους όσο και της συνεχούς προσπάθειας για καλυτέρευση των όρων. Είτε αφορά οικονομικές συμφωνίες, είτε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, είτε οτιδήποτε έχει να κάνει με διακρατικές συμφωνίες.  Η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου δεν είναι κάτι στιγμιαίο αλλά θα πρέπει να είναι μια συνεχής και αέναη προσπάθεια καλυτέρευσης των συνθηκών του. Και όπως σε όλες τις συμφωνίες η σύναψη τους βασίζεται στην ισχύ της παρούσας στιγμής των μερών που διαπραγματεύονται, έτσι και η επαναδιαπραγμάτευση ενός μνημονίου δανεισμού και διαχείρισης χρέους  είναι σε άμεση συνάρτηση από την ισχύ, την κατάσταση και τα εχέγγυα του δανειζομένου. Στην οικονομία όπως και στην ιστορία τίποτα δεν είναι απόλυτο και τα πάντα αναθεωρούνται αναλόγως της στιγμής και της συγκυρίας. Για τη χώρα μας το προαπαιτούμενο είναι οι ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κρατικό και οικονομικό μόρφωμα που έχουμε δημιουργήσει για να μπορέσουμε να ισχυροποιήσουμε τη θέση μας σε μια συνεχή διαπραγμάτευση. Κυρίως όμως να εξασφαλίσουμε παράλληλα την κοινωνική συνοχή που βρίσκεται ένα βήμα πριν τη διάλυση εφαρμόζοντας ισονομία και ισότητα στην κατανομή των βαρών.   Τα ποσοστά των εκλογών δεν έδωσαν σε κανέναν την εμπιστοσύνη να το κάνει μόνος του. Η εξασφάλιση της ισονομίας και της ισότητας δεν χρειάζονται προγραμματικές συγκλήσεις, σε μια δημοκρατία είναι προαπαιτούμενα. Οι πολιτικές, οι προτεραιότητες και η στρατηγική χάραξη ασφαλώς και χρειάζονται έναν κοινό τόπο.  Η εντολή των εκλογών ήταν να βρεθεί.  Αν δεν το συνειδητοποιήσουν άμεσα οι ηγετικές ομάδες των «σοφών» και συνεχίζουν να επενδύουν  στο προεκλογικό παιχνίδι παίζοντας με την καταστροφή, η μόνη που δεν θα του στήσει στο ραντεβού με την ιστορία είναι αυτή..

ΥΓ. Η ΧΑ δεν μπήκε τυχαία στη Βουλή, και είναι εντελώς αφελές να θεωρούμε πως 400.000 ψήφοι είναι συλλήβδην προϊόν μη ενημέρωσης και αφέλειας.  Όταν τα media όψιμα ξεκινούν μετά το «εγέρθητι» προς τους εκπροσώπους τους να θυμούνται το φασισμό της εν λόγω ομάδας, στο μυαλό του πεπεισμένου για την «αντίσταση» ψηφοφόρου της ΧΑ που γνωρίζει όπως όλοι μας το ρόλο  των media και την υποτακτικότητα των Βουλευτών προς τα μέλη τους με αντάλλαγμα τη δημοσιότητα, το μόνο που καταφέρνουν είναι την ενδυνάμωση της επιλογής του προς τη συγκεκριμένη φασιστική ομάδα.

Advertisements