Γιατί ΔΕΝ απεργώ..

   Σήμερα είναι η «μεγάλη» απεργία της ΓΣΕΕ της ΑΔΕΔΥ, και όλων των άλλων μικρότερων συνδικαλιστικών υποκαταστημάτων. Όσοι έχουν συνείδηση του τι συμβαίνει, όσοι δεν είναι εξαπατημένοι από το σύστημα, όσοι αγωνίζονται και για τους άλλους, όσοι ξέρουν από πεζοδρόμιο και έχουν λιώσει σόλες, όσοι ξέρουν πράγματα που παίζονται στις πλάτες του λαού, όσοι κοινώς κατά τη λαϊκή έκφραση δεν είναι πρόβατα, θα είναι εκεί.
   Εγώ που δεν θα είμαι στο δρόμο αυτομάτως στη συλλογική συνείδηση των απεργών ή καλύτερα των απεργολάγνων –επαγγελματιών και μη- απεμπολώ όλα τα χαρακτηριστικά των πολιτικά ψαγμένων. Παράλληλα, η παρουσία μου στη δουλειά μπορεί να μου χαρίσει και άλλα παράσημα εκτός από την ταύτιση με το συμπαθές πρόβατο. Φοβισμένος, οσφιοκάμπτης των αφεντικών, αντιδραστικός, συντηρητικός, παρτάκιας και άλλα πολλά αντίστοιχα. Παλιότερα θα χαρακτηριζόμουν και φασίστας από αρκετούς. Αύριο βέβαια οι φασίστες θα είναι και αυτοί στο αντιμνημονιακό κάλεσμα μιας και έχουν γίνει πρωτεργάτες στους αγώνες του δρόμου, οπότε μάλλον τη γλιτώνω.
Ίσως μάλιστα κερδίσω και τη συμπάθεια κάποιων μιας και η απεργοσπαστική μου πράξη μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ύπνωσης μου από το σύστημα που με έχει κάνει να βλέπω το δέντρο και όχι το δάσος. Ύπνωση που καλά κρατεί από πρόπερσι στο μεγάλο ξεσηκωμό του λαού από τους καναπέδες που τόσο άλλαξε το πολιτικό τοπίο και μας έβγαλε από τα πολιτικά μας αδιέξοδα. Τότε που δεν ήμουν «αγανακτισμένος» για λόγους που έχω αναφέρει από αυτό εδώ το blog εδώ, και εδώ.
Σήμερα λοιπόν δεν απεργώ.

Δεν απεργώ γιατί πιστεύω πως στην κατάσταση που βρισκόμαστε ακόμα και μια μη παραγωγική μέρα είναι πολύ περισσότερο πολύτιμη από τον όγκο και τον παλμό των απεργών που δεν θα πάνε για καφέ ή θα κάτσουν σπίτι. Ακόμα και μια μέρα για ψυχαναλυτικούς λόγους και χάιδεμα αυτιών του λαού από τα ΜΜΕ κοστίζει πανάκριβα

Δεν απεργώ γιατί σήμερα ακόμα και μια μέρα χωρίς να λειτουργήσει ένας παιδικός σταθμός, ένα σχολείο, ένα νοσοκομείο, μπορεί να είναι δυσβάσταχτη οικονομικά στον αγώνα για την επιβίωση εκατοντάδων πλέον χιλιάδων συνανθρώπων μου.

Δεν απεργώ γιατί αρνούμαι να συμμετάσχω στο κάλεσμα. Ονειρεύομαι τη διάλυση των συνδικαλιστικών φορέων που κανείς δεν έχει εξυπηρετήσει το σύστημα καλύτερα από αυτούς και που στη δική μου κοσμοαντίληψη φέρουν τεράστιες ευθύνες για το σημείο που είμαστε.

Δεν απεργώ γιατί κουράστηκα από τις απεργίες του όχι και της άρνησης σε οποιαδήποτε αλλαγή μπορεί να αποβεί μοιραία για τα οφέλη του εκάστοτε εργασιακού μας μικρόκοσμου αλλά επωφελής για το σύνολο.

Δεν απεργώ γιατί επιτέλους θέλω να απεργήσω με αίτημα πρότασης και όχι με αίτημα άρνησης.

Δεν απεργώ γιατί βαρέθηκα να παραμυθιάζομαι πως θα με πάρουν σοβαρά με μια συλλογική απεργία όταν τις υπόλοιπες μέρες ζω στη ζούγκλα του ατομικισμού από τους ίδιους συναπεργούς συντρόφους..

Δεν απεργώ γιατί θα ήθελα το αίτημα προς την Κυβέρνηση να ήταν, αλλάξτε το κράτος και μην παίζετε το παιχνίδι των χαμένων κουκιών και του γλυψίματος και όχι το «κάτω τα χέρια απο τα κεκτημένο μας κράτος».

Δεν απεργώ γιατί οι εκλογές έγιναν πριν 3 μήνες και εμείς ο «ψαγμένος» λαός που ζει σε συνθήκες κρίσης εκλέξαμε την χειρότερη από πλευράς ατόμων καi προσωπικοτήτων Βουλή από καταβολής ίσως της ιστορίας μας.

Δεν απεργώ γιατί κουράστηκα να «απεργώ» κάθε μέρα πιστεύοντας στην ευθύνη που λέει ο Καστοριάδης ως: Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμαίικο, στον χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι, αναφερόμενος στην ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «εγώ θα διορθώσω το ρωμαίικο;». Και επειδή κάθε μέρα βρίσκω απέναντι στις δικές μου απεργίες πολλούς από τους σημερινούς απεργούς , τους παραχωρώ τη μέρα. Εγώ θα συνεχίσω τις απεργίες μου από αύριο…

Advertisements

Νεοφασισμός στην Ελλάδα. Φασισμός ναι αλλά καθόλου νέος…

        Ο όρος του «νεοφασισμού» που εσχάτως με την άνοδο, την εδραίωση, και κυρίωςτην αποδοχή των πρακτικών της Χρυσής Αυγής έχει για τα καλά μπει στην καθημερινότητα, και στα δύο συστατικά του είναι εντελώς λανθασμένος. Κι αν για το φασισμό, που αφορούσε ιδεολογικό κίνημα στην Ιταλία του Μουσολίνι ο όρος έχει πλέον καθιερωθεί παγκόσμια ως συνώνυμο των πρακτικών του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της φυλετικής καθαρότητας και ανωτερότητας, του ακραίου συντηρητισμού, της προσκόλλησης στην παράδοση κλπ. στη χώρα μας μόνο νέος δεν είναι…  

Προσθήκ

   Τόσο ιδεολογικά όσο και ως στάση ζωής ουδέποτε έλειψε από την ελληνική κοινωνία. Ιδεολογικά ήταν πάντα εδώ καλυπτόμενος όμως από ιδεολογήματα όπως της «λαϊκής δεξιάς» και του «πατριωτικού Πασόκ» ( μιας και μετά την πτώση της χούντας -με εξαίρεση την ΕΠΕΝ στα τέλη της δεκαετίας του 70- η αναφορά σε κάθε τι με ακροδεξιά εμφάνιση δεν έβρισκε πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσει.    
   Η έννοια της ανωτερότητας του έθνους σε σχέση με τα γειτονικά κράτη πάντα καθόριζε ενδόμυχα την εξωτερική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο πως μέχρι την πτώση του επίσης ατυχώς λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι σχέσεις μας με ΟΛΟΥΣ όσους συνορεύαμε ήταν από εχθρικές μέχρι εμπόλεμες. Ακόμα και μετά με τη δημιουργία των νέων κρατών που προέκυψαν από τη Γιουγκοσλαβική διάλυση, μόνο με τους «ομόδοξους» Σέρβους οι σχέσεις μας είναι φιλικές. Τους  εμπορικά συμμάχους και προσκολλημένους όπως και εμείς στο αμερικανικό άρμα Βούλγαρους ποτέ δεν πάψαμε να αντιμετωπίζουμε με καχυποψία. Για τους Τούρκους ούτε κουβέντα. Ο μεγαλοϊδεατισμός και η αναπόληση της ιστορικά αυθαίρετα  βαπτισμένης ως Ελληνικής  Βυζαντινής αυτοκρατορίας   (ο Ζαμπέλιος και ο Παπαρρηγόπουλος που επινόησαν τη σύνδεση για πρώτη φορά στις αρχές του περασμένου αιώνα το έπραξαν για καθαρά λόγους ανύψωσης ενός καταρρακωμένου από χαμένες πολεμικές αντιπαραθέσεις λαού και σε μια περίοδο που η Ευρώπη ξεκινούσε να «αποχαρακτηρίζει» την κραταιά ως τότε αντίληψη οπισθοδρομικότητας της Βυζαντινής περιόδου)  ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της παιδείας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ακόμα και μετά την πτώση της χούντας που η αριστερά επικράτησε στην εκπαιδευτική στόχευση ο μεγαλοϊδεατισμός και η ανωτερότητα δεν πειράχτηκαν. Η εκκλησία, ένας ακραία συντηρητικός θεσμός ουδέποτε έπαψε να έχει λόγο στα εκπαιδευτικά και όχι μόνο συγγράματα. Το δόγμα του επίσης ιστορικά άκαιρου ελληνορθόδοξου πολιτισμού αποτελούσε ανέκαθεν κρατικό θέσφατο και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση στο λαό
    Στη δημόσια διοίκηση οι διώξεις για πολιτικούς λόγους αποτέλεσαν «λογική» συνέπεια αλλαγής κυβερνήσεων με τον συνδικαλισμό της γάγγραινας μπροστάρη. Τα πανεπιστήμια εξελίχτηκαν σε μέρη που η ελευθερία των απόψεων ήταν άμεσα συνυφασμένη με τη βία και τον αποκλεισμό των φορέων της άποψης που δεν συνάδει με την άποψη του πιο δυνατού στη βία. Ακόμα και στην τέχνη, η προοδευτικότητα ασχολήθηκε περισσότερο με την αποκατάσταση της αριστεράς παρά με την απαλλαγή του κακέκτυπου ελληνοπρεπούς Κανόνα. 
   Αντίστοιχα, η στάση ζωής της ελληνικής κοινωνίας ήταν ανέκαθεν διαποτισμένη από τη βία και τις φασιστικές εκφάνσεις.  Στον πρώτο βαθμό κοινωνικοποίησης η ενδοοικογενειακή βία, οι φαλλοκρατικές αντιλήψεις, και η επιβολή του νόμου του ισχυρού παρ ότι θεωρητικά με την πάροδο των χρόνων κρίνονταν καταδικαστέες και όχι αποδεκτές, στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία δεν έπαψε ποτε να βρίθει από περιστατικά που αποτελούν την καλά κρυμμένη πίσω από την εστιακή πόρτα πλειοψηφία.
   Η βία πάντοτε αποτελούσε το βασικό συστατικό της διεκδίκησης ή της επιβολής. Λεκτική, ψυχολογική ή σωματική έκανε και κάνει αισθητή την παρουσία της παντού. Η έννοια του διαλόγου ταυτίζεται με το αδιέξοδο, ενώ η ζύμωση και η σύνθεση απόψεων αποτελεί κάτι μάλλον ουτοπικό. Η λογική του όχλου και της πλειοψηφίας καθόριζε πάντα το «δίκιο». Από τη διεκδίκηση μέχρι την αισθητική. Οτι δεν συνάδει με τη λογική της «κοινής γνώμης» τείθονταν πάντα στο περιθώριο ή αφορούσε μικρές ομάδες που συνήθως αντιμετώπιζαν τη χλεύη του όχλου ή την αγανάκτηση. Τα ΜΜΕ ανέκαθεν χάιδευαν και συντηρούσαν αυτό το «παιχνίδι» που συνεχιζόταν αέναα.
Παρ όλα αυτά, η ανάπτυξη και η ευμάρεια δεν έδωσαν χώρο να μετουσιωθεί η φασιστική αντίληψη σε κίνημα. Η ατιμωρησία όμως, η ανομία και το δίκιο του δυνατότερου διαμόρφωνε και χαλύβδωνε συνειδήσεις. Το άκρο δεν χρειαζόταν να αφυπνιστεί.

   Η πρώτη αφύπνιση του ακροδεξιού «πατριωτικού» άκρου έγινε την περίοδο Σημίτη. Συνεπικουρούμενη από την αντιπολίτευση – ο Κώστας Καραμανλής μπορεί να αποδείχτηκε ανάξιος ως κυβερνήτης αλλά μόνο ως ακραίος ή φιλοφασιστας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί- η τότε κυβερνητική ομάδα προσπάθησε να αποδεσμευθεί  από τα παραδοσιακά «αξιώματα» με τη μαθηματική έννοια του όρου. Ωμα , απότομα και περνώντας όμως στο άλλο ακρο όπου οτιδήποτε είχε να κάνει με την έννοια πατρίδα, σύμβολο ή παράδοση αντιμετωπίστηκε με απαξία. Η τακτική αυτή ανέδειξε τον Χριστόδουλο -μια από τις πιο επικίνδυνες κατά την προσωπική μου γνώμη προσωπικότητες- σε αντίπαλο πόλο. Η «μάχη των ταυτοτήτων» ήταν απλά ένα περιστατικό στον πόλεμο δυο κόσμων που μόλις άρχιζε. Η ακροδεξιά αντίληψη ένιωθε πλέον σιγά σιγά ασύμβατη με τα κόμματα που βρισκόταν υπό τη σκέπη τους. Ο Καρατζαφερης αποδείχτηκε περισσότερο αριβίστας παρά ακροδεξιός και ο χώρος έμενε ορφανός και πολλά υποσχόμενος. 

   Η συνεχεία είναι γνωστή και τη ζούμε πλέον καθημερινά. Η οικονομική κρίση, η ατιμωρησία, η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η απουσία μεταναστευτικής πολιτικής και όλα όσα έχουν ήδη ειπωθεί, γραφτεί και γράφονται άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου. Ο φασισμός εξελίχθητε, μεταλλάχτηκε υιοθέτησε αριστερή ρητορική για να διεισδύσει  στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα και τα κατάφερε. Η αριστερά και η επικρότηση της βίας σε πολλές περιπτώσεις από τη μεριά της φέρει αρκετές ευθύνες που και αυτές έχουν γραφτεί και αναλυθεί. Ίσως σε σύντομο χρονικό διάστημα γίνουμε μάρτυρες ακροδεξιών τρομοκρατικών χτυπημάτων με τη σιωπηρή επιδοκιμασία του «λαού» . Σήμερα είμαστε ήδη μάρτυρες εκφοβισμού και υποκατάστασης του νόμου με λαική επιδοκιμασία..  Δεν ξέρω όμως τελικά αν είμαστε πολλοί ή λίγοι όσοι βλέπουμε την κατάσταση σαν εφιάλτη. Αυτό που γνωρίζω είναι πως φοβάμαι..


Αυτοκτονία 77χρονου. Η αντίδραση μιας κοινωνίας που στρουθοκαμηλίζει στο λαϊκισμό της.

   Χτες η ελληνική κοινωνία χτυπήθηκε από το «ηλεκτροσόκ» της αυτοκτονίας του 77 χρονου. Η επικαιρότητα πλημύρισε με οργή, πόνο, διαπιστώσεις. . Τα media, τα blogs, οι ηλεκτρονικές εκδόσεις διανθίστηκαν με πόνο, αγωνία, θλίψη. Εξάλλου το τραγικό συμβάν είχε σενάριο, συμβολισμό, αίμα, σοκ, όλα τα συστατικά mediakης επιτυχίας. Κάτι που δεν έχουν προφανώς οι υπόλοιπες αυτοκτονίες συνανθρώπων που γίνονται καθημερινά και στην καλύτερη περίπτωση αποτελούν μονόστηλο. Και που ίσως οι στιγμές πριν την απόφαση τους να ήταν πιο οδυνηρές από του 77χρονου αν και δεν μπορεί ποτέ να μετρηθεί η απόγνωση σε βαθμίδες.
   Δεν προσπαθώ να ακυρώσω το συμβάν. Ούτε την τραγικότητα του. Η απώλεια της ζωής είναι από τη φύση της οδυνηρή πόσο μάλλον όταν περνάει από την αυτοχειρία. Πιστεύω πως είναι αυτονόητη η θλίψη, η στενοχώρια, οι παραλληλισμοί που κάνει ο καθένας μας. Στην προκειμένη περίπτωση όσοι βλέπουμε τους γονείς μας μετά από χρόνια δουλειάς και εισφορών να χαρτζιλικώνονται από το κράτος και να προσπαθούν να ζήσουν είτε με αποθέματα όσοι έχουν καταφέρει να έχουν, είτε χωρίς σε ένα αέναο αγώνα επιβίωσης, δεν γίνεται να μην νιώσαμε ένα κόμπο στο στομάχι .
    Με «ενοχλεί» όμως η εκμετάλλευση του συμβάντος. Από τους πάντες. Από τη θλίψη των πολιτικών, την εκμετάλλευση από τα media,  από εμάς τους ίδιους. Με «ενοχλεί» η «ξαφνική» συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, το να γίνει η αφορμή να βγάλουμε από μέσα μας τη δογματική μας αλήθεια εξωραΐζοντας με μιας το στρουθοκαμηλισμό μας.
   Η χτεσινή αυτοκτονία δεν ήταν η πρώτη. Ήταν η πρώτη όμως που είχε σημειολογία και σκοπό την πρόκληση αποτελέσματος ή ταρακουνήματος από τη μεριά του αυτόχειρα. Ήδη όμως  από το 2009 μέχρι και τη 10 Δεκεμβρίου του 2011σύμφωνα με στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη βουλή οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν σε ποσοστό άνω του 60% σε σχέση με προηγούμενες χρονιές φτάνοντας το διάστημα αυτό τις 1727. Το ποσοστό αύξησης τους δεν έχει να κάνει  με ψυχιατρικά ή καταθλιπτικά αίτια ιατρικής φύσεως αλλά κυρίως με οικονομικά. Χρέη, τράπεζες, τοκογλύφοι, επιχειρήσεις που έκλεισαν, αδυναμία προσφοράς σε προστατευόμενα μέλη.
   Δεν είμαι ειδικός για αρχίσω να επιχειρηματολογώ για την αδυναμία ή μη των ανθρώπων να ανταπεξέλθουν ή για την ψυχολογική τους κατάσταση που επέλεξαν αυτόν τον τρόπο να βάλουν τέλος στη ζωή τους και τα προβλήματα τους. Ούτε με ενδιαφέρουν οι φιλοσοφικές συζητήσεις περί του τρόπου, της ηθικής του. Το ζήτημα είναι πως κάποιος άνθρωπος έφτασε σε ψυχολογική και όχι μόνο κατάσταση να βάλει τέλος στη ζωή του για ζητήματα που απασχολούν και βιώνουμε όλοι μας ο καθένας στο βαθμό του. Μόνο που δεν είναι ο πρώτος και σίγουρα όχι ο τελευταίος. Κι αν η δική του πράξη μας έδωσε την «ευκαιρία» να εξωραΐσουμε τις δικές μας ενοχές για τη μέχρι τώρα αντιμετώπιση των προηγούμενων ειδήσεων αυτοκτονίας για χρέη ή μη που διαβάζουμε καθημερινά αλλά δεν είχαν τον  αντίστοιχο εντυπωσιασμό, χαϊδεύοντας το κεφάλι του παιδιού μας και σκεπτόμενοι ότι δεν συνέβη σε «δικό» μας πρόσωπο, θα ήταν καλύτερα να εκφράζουμε τη θλίψη μας σιγά, χαμηλόφωνα και κάνοντας την αυτοκριτική μας για τον ανθρωπισμό που ως κοινωνία ποτέ δεν δείξαμε. Να αποδώσουμε το φόρο τιμής μας στο μέρος που προέβει στην πράξη  χωρίς τον άκρατο λαϊκισμό και την οχλαγωγία της αγανάκτησης που επιφέρει η συνεχόμενη «πτώση μας από τα σύννεφα». Αυτή που δεν δείξαμε χθες και όπως έχουμε αποδείξει, θα ξεχάσουμε αύριο. Τα σύννεφα πλέον είναι πολύ χαμηλά, και τίποτα δεν δικαιολογεί τον κρότο που νομίζουμε ότι ακούμε  από την πτώση μας..

Κρίση: O «αγανακτισμένος» λαϊκισμός της νεοελληνικής αρένας. Από την «αγανακτισμένη» μούντζα ως πολιτική στάση στα γιαούρτια της «αγανάκτησης». Και έπεται συνέχεια..

  Αγανάκτηση!! Οργή!! Κρεμάλες!! Γουδί (με γνώση ή άγνοια του “’όρου”.. )  Ελικόπτερα!!  Μαζί με τους οικονομικούς όρους που μπήκαν στη ζωή μας, προστέθηκαν και «νέες» λέξεις.  Με μεταφορικό νόημα, αλληγορία, αλλά με ένα κοινό παρανομαστή. Τον άκρατο λαϊκισμό και την ανάδειξη ηθών που κρύβαμε κάτω από το χαλί.  Από τον επιτηδευμένο καθωσπρεπισμό της επίπλαστης ευμάρειας και της επίδειξης νεοπλουτισμού, στην  πολιτική της αρένας. Ίδιοι άνθρωποι, ίδια «κρυμμένα» ήθη, άλλες συμπεριφορές.  Ο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε..» έγινε αγωνιστής φωνάζοντας «κουφάλες έρχονται κρεμάλες» ανακαλύπτοντας με κατάθλιψη την πραγματική του θέση στην ταξική πυραμίδα που χρόνια προσπαθούσε να ξορκίσει στο καταναλωτικό όνειρο τις περασμένης εικοσαετίας. Η λογική, ίσως το πιο αυτονόητο εργαλείο σκέψης  και κυρίως ΠΡΑΞΗΣ όχι μόνο έχει πάψει να υφίσταται αλλά μεταμορφώθηκε σε κραυγή και συνονθύλευμα ανισορροπίας. Ίσως γιατί ποτέ δεν μάθαμε στη σύνθεση και πως αυτή γίνεται ως αποτέλεσμα λογικής ακολουθίας.
   Σήμερα,  Αριστεροί υιοθετούν τον Πάνο Καμμένο που αποτελεί τον «κόκκινο Ντάνι» της μεταμνημονιακής γενιάς..  Ο Μανώλης Γλέζος γίνεται το έμβλημα ενάντια στην κρατική καταστολή από Δεξιούς, ο Καζάκης και ο Βαρουφάκης οι μέντορες της φυλής υπερκομματικά, φωστήρες που έχουν την εύκολη λύση παρελαύνουν και αποθεώνονται.. Ο λαός ζητάει ενόχους. Το γιαούρτωμα  στο Νταλάρα αποτελεί αντιμνημονιακή και πολιτική στάση με μειδίασμα και χαμόγελο από την κοινή γνώμη που δεν μπορεί να συγχωρήσει τον πλούτο που η ίδια έδωσε.  Kαι ανεξαρτήτως του τι είναι σαν χαρακτήρας, ποιες είναι οι θέσεις και η στάση του ή όχι – η προσωπική μου άποψη μου για τον ίδιο δεν είναι και αυτό που λέμε η καλύτερη- αλλά τα απέκτησε δουλεύοντας και από εμάς που τιγκάραμε όπου πήγαινε και τραγουδούσε.  Στην κοινή γνώμη όμως η μαγκιά είναι το γιαούρτωμα του όχλου και όχι του ενός που συνέχισε αγνοώντας την αρένα.. Νέα ήθη με αποκαθήλωση των νεοελληνικών  ειδώλων σαν τον ξιπασμένο Κωστόπουλο που ναι ότι και να ακούγεται ή και να του έχει προσάψει κανείς έχει μεγάλη δόση αλήθειας. Μόνο που η μαγκιά είναι να χτυπάς τον άλλο όταν είναι δυνατός και όχι όταν χαιρέκακα τον βλέπεις στο πάτωμα. Ειδικά όταν για χρόνια προσπαθούσες να λειτουργήσεις σαν «μικρός Κωστόπουλος» στο μέτρο των δυνάμεων σου.
   Ξεκινώντας από το κίνημα των αγανακτισμένων ραντεβού των 8 και των κυριακάτικων απογευμάτων του νεοελληνικού  Μάη του 68, η μούντζα προς τη βουλή έγινε πολιτική θέση. Τα mediaήταν πρόθυμα να αγκαλιάσουν τα νέα ήθη.  Η παραγωγή πολιτισμού δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο. Η πελατεία πήγε στην « πλατεία»,  αγανάκτησε και ζητάει χάιδεμα. «τι να κάνει ο κόσμος, αντιδρά, είναι υγεία. Σηκώθηκε επιτέλους από τον καναπέ. Θυμήθηκε το αγωνιστικό του παρελθόν»  Το πολυτεχνείο, την υποδοχή του Καραμανλή από την αγωνιστική «αυτοεξορία», τον Αντρέα με τους συντρόφους της αλλαγής. Μέχρι και για το Ευρωμπάσκετ του 87  και την ομόνοια του Ελληνικού λαού ακούσαμε… Οι προπηλακισμοί και η βία απέναντι στους γνωστούς μας βουλευτές που κρύβονταν από τα γραφεία τους που είχαμε περάσει για το ρουσφέτι μας, έγινε κάτι αναμενόμενο. Τι κι αν τους είχαμε ψηφίσει δυόμιση χρόνια πριν παρ, ότι ξέραμε ότι κάτι «μύριζε». Μας έταξαν λεφτά. Και στο νήπιο ότι τάξεις πρέπει να το πάρει. Εξάλλου και οι ίδιοι στην πλειοψηφία τους μας μίλαγαν για τη δικαιολογημένη μας αγανάκτηση.  Για το λαό που κάνει θυσίες και κάποιοι άγνωστοι τον έφεραν ως εδώ. Για το πελατειακό κράτος που  πρέπει να αλλάξει. Κι ας ήμασταν όλοι μέτοχοι και πελάτες αυτού του κράτους στο βαθμό που ο καθένας μπορούσε. Και αυτοί χαϊδεύοντας.  
   Μέσα σε ένα χρόνο η βία, λεκτική ή σωματική, ωμή πάντως σε όλες τις περιπτώσεις, έγινε το αποδεκτό συνώνυμο της αντίστασης.  Δεν ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε αλλά ξέρουμε ότι όλοι είναι κλέφτες. Δεν θέλουμε το μνημόνιο αλλά ούτε και τη χρεοκοπία. Θέλουμε να καεί το μπουρδέλο η Βουλή με όλους μέσα όσους ψηφίσαμε, μας βόλεψαν, μας έκαναν χατίρια ανομίας –γιατί και ο διορισμός μας χωρίς αξιολογικά κριτήρια ανομία είναι-  αλλά να καεί στο όνομα της Δημοκρατίας…  Τα αιτήματα μας είναι ολοκληρωτικά και με τη λογική χουλιγκανισμού που χρόνια θρέψαμε.  Δεν ζητάνε λύσεις, δεν ζητούν κάτι συγκεκριμένο. Θέλουμε μαγικά να ξυπνήσουμε στο χτες. Πληρώσαμε τα μέτρα, το χαράτσι και όλες της συνέπειες της αποτυχημένης πολιτικής δύο χρόνων που δεν ήθελε να μας αγγίξει ως πελάτες και πλέον απαιτούμε τη δικαίωση. Ηαυτοκριτική μας τελείωσε στο γκισέ της ΔΕΗ και δεν αφορούσε την προσωπική διαδρομή μας.  Για τα πάντα φταίνε οι άλλοι. Όπως και πριν που δεν είχαμε τα σημερινά προβλήματα αλλά και με κανένα γείτονα μας καλές σχέσεις. 
   Όχι δεν είμαι αιρετικός. Ούτε μου αρέσει το Politically correct. Ασφαλώς και η αγανάκτηση είναι υπαρκτή, και το σύστημα σάπιο. Ασφαλώς και οι ένοχοι πρέπει να πληρώσουν. Και ασφαλώς  υπάρχουν πλέον πάρα μα πάρα πολλοί συνάνθρωποι μας, άνεργοι, φτωχοί χωρίς καν τα βασικά αγαθά διαβίωσης, παιδιά που λιποθυμούν από την πείνα σε ένα ανύπαρκτο κράτος δικαίου. Θύματα του βολέματος των υπολοίπων μας  που νομιμοποιούνται να αντιδράσουν όπως και αν η απόγνωση τους μεταμορφώσει την οργή. Μόνο που δεν είναι αυτοί που έχουν υιοθετήσει τα νέα ήθη μας. Παραμένουν αθέατοι όπως παρέμεναν και όλα αυτά τα χρόνια σε μια κοινωνία που στρουθοκαμήλιζε πως δεν υπήρχαν και σήμερα έσπευσε να ξαναχρησιμοποιήσει τη φρίκη τους ως επιχείρημα για τα απολεσθέντα της. Και αντί να κοιτάξει στον καθρέφτη να δει το χάλι της, κοιτάει παλιές φωτογραφίες και αναπολεί.. Έτοιμη να εκμεταλλευτεί τη μυστικότητα της ψήφου για να μπορέσει μεθαύριο να προπηλακίσει τους νέους κλέφτες που θα έχει αναδείξει μήπως την ξαναβολέψουν στη χώρα των θαυμάτων της. Μόνο που αυτή η χώρα βρίσκεται ήδη στην εντατική και με ορό και εμείς κοιτάμε το χρώμα του δωματίου ..

Κι όμως χρειαζόμαστε ένα μνημόνιο…

  Πριν προχωρήσω στη σκέψη μου και όσο οξύμωρο και αν ακούγεται σε σχέση με τον τίτλο, δεν εννοώ το παρόν μνημόνιο. Όχι μόνο γιατί με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα αλλά κυρίως δομικά χαρακτηριστικά  της χώρας το μόνο που προσφέρει –αν τελικά δεν αναθεωρηθεί για τέταρτη φορά μετά το καλοκαίρι- είναι χρόνος πριν τον οικονομικό θάνατο, αλλά και γιατί δεν αποτελεί θεσμικό προϊόν μιας ΕΕ σε στέρεα ενιαία βάση αλλά επιταγές μιας γερμανικής κυρίως πολιτικής, που όμως ούτε και η ίδια είναι σαφής ούτε το μέλλον της φαίνεται να στοχεύει σε ένα σταθερό άξονα.
  Ένα από τα επιχειρήματα της υπογραφής του πρώτου μνημονίου -δευτερεύον μιας και το φάντασμα της στάσης πληρωμών αποτέλεσε, συνεχίζει να αποτελεί και θα αποτελεί το πρωτεύον-, ήταν πως το μνημόνιο ήταν μια ευκαιρία να αλλάξουμε. Ένα επιχείρημα το οποίο αν απομονώσει κανείς το ρόλο του ως επικοινωνιακή κυβερνητική προπαγάνδα,  κανείς από όσους δεν κερδίζουν από το μέχρι σήμερα κρατικό πελατειακό μόρφωμα δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει. Ένα κράτος με διαλυμένη οικονομία,  απαρχαιωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, τριτοκοσμική υγεία,  υπερτροφική γραφειοκρατική διοίκηση  που στηρίζεται σε μαύρο χρήμα και πελατειακή ή «εξουσιαστική» σχέση,  ανύπαρκτη παραγωγή και εργασιακές σχέσεις σε μια αγορά εργασίας που ακόμα και στο μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού αλλά κρατικοδίαιτου τομέα στηρίζεται σε γνωριμίες και όχι σε προσόντα, είναι αδιανόητο να βρει υποστηρικτές που να επιθυμούν τη συντήρηση του σε αυτό το καθεστώς . Η αλλαγή του είναι επιβεβλημένη όχι για λόγους ανάπτυξης και οικονομικού περιβάλλοντος αλλά για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης πρωτίστως.  Ακόμα και με ξένη επιτήρηση ως φόβητρο επιβολής αν βέβαια αυτή ήταν από μια ΕΕ πιστή στις αρχές της και όχι από το μόρφωμα που έχει εξελιχθεί σήμερα.
  Για να συμβεί όμως αυτή η αλλαγή χρειάζονται δύο πράγματα που θα λειτουργήσουν ως καταλύτες. To πρώτο,  είναι η συνειδητοποίηση από τον κόσμο την ανάγκης αυτής της αλλαγής και το δεύτερο, η πολιτική βούληση όχι μόνο από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία αλλά από όλη την πολιτική σκηνή ανεξαρτήτως ιδεολογιών ή ιδεοληψιών. Το ένα είναι πάντα σε συνάρτηση του δεύτερου, ειδικότερα όταν μιλάμε για πολίτες που η πολιτική τους τοποθέτηση δεν συνάγεται από ιδεολογικούς ή ταξικούς παράγοντες αλλά  διαμορφώνεται με βάση την «οπαδική» ή συμφεροντολογική τους προσκόλληση σε κάποιο χώρο που όμως είναι πάντα έτοιμος να αλλάξει για να αυτοσυντηρηθεί αν δει πως δεν χαλιναγωγεί το λαϊκό αίσθημα.     
 Για να υπάρξει όμως αυτή η συνειδητοποίηση απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιθυμία για αυτή την αλλαγή.
Υπάρχει όμως αυτή η συνειδητοποίηση ή επιθυμία στον ελληνικό λαό; Θα ήθελε να θυσιάσει ατομικά ή συντεχνιακά μέρος των ανορθόγραφων κεκτημένων του για μια εκ των βάθρων ανασύνταξη προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας;
  Εδώ το ζήτημα είναι καθαρά ποσοτικό. Το πρόβλημα δεν έγκειται σε ζήτημα πλειοψηφίας, αλλά στο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού έχει «αντρωθεί», σιτίζεται και διαπλέκεται μέσα από το υπάρχον σύστημα και όχι μόνο δεν θέλει, αλλά είναι έτοιμο να αντισταθεί με όποιο μέσο υπάρχει στη διατήρηση του ή καλύτερα επειδή οι συνθήκες έχουν βίαια αλλάξει, στην πλήρη επαναφορά του στην προ 2009 κατάσταση.  Ένα μεγάλο μέρος που συναντά κανείς σε όλες τις επαγγελματικές ομάδες. Από τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες μέχρι τους μεγαλο-φοροφυγάδες, από  που τους πανεπιστημιακούς μέχρι τους δημοσίους υπαλλήλους, από τους υπέρμαχους της παραμονής του καθεστώτος των «ευγενών» κλειστών επαγγελμάτων μέχρι τους συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ ή της ΓΣΕΕ, από τον οποιονδήποτε κερδίζει και αποτελεί έστω και ένα μικρό γρανάζι αυτού του συστήματος. Μειοψηφία στον αριθμό του συνόλου αλλά ποσοστιαία μεγάλη δύναμη στη διαμόρφωση πολιτικών ισορροπιών και της στρεβλής πραγματικότητας του πολιτικού κόστους.
  Ο λόγος άλλωστε της πλήρης αποτυχίας εφαρμογής του πρώτου μνημονίου ήταν αυτό ακριβώς το «πρόβλημα». Η τότε κυβέρνηση δεν μπόρεσε λόγω της άμεσης εξάρτησης της με αυτόν τον πυρήνα να εφαρμόσει τίποτα από αυτά που δεσμευτικέ ως διαρθρωτικές αλλαγές και περιορίστηκε σε εξαγγελίες που δεν έγιναν πράξη. Ίσως και για αυτό δεν διαπραγματεύτηκε τους όρους μιας και γνώριζε εκ των προτέρων πως θα έμεναν ανεφάρμοστοι. Κάτι που συνέβαινε επί χρόνια μόνο που στην παρούσα κατάσταση και με άμεση χρηματική εξάρτηση από τους δανειστές, τελικά το πλήρωσε πολύ χειρότερα με την απώλεια της αυτοδυναμίας της και τουλάχιστον δημοσκοπικά πολύ περισσότερο από όσο περίμενε. Μαζί της όμως το πλήρωσε ολόκληρος ο ελληνικός λαός μιας και τα μέτρα που της επιβλήθηκαν να πάρει  για να καλύψει τις «τρύπες» των υποχρεώσεων της που προέκυψαν από αυτή την «μόνιμη αναβολή» ήταν όχι μόνο δυσβάσταχτα αλλά κοντεύουν να εξαφανίσουν την πάλε ποτέ κραταιά ελληνική μεσαία τάξη, τουλάχιστον στο χαμηλό της όριο αλλά με δυναμική προς το μεγαλύτερο μέρος του συνόλου της. Ταυτόχρονα, αυτή η ίδια αναβλητικότητα και μη τήρηση όσων είχαν συμφωνηθεί κατέταξε τη χώρα –ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΔΙΚΑ- ως την πλέον αναξιόπιστη στα μάτια όχι μόνο των ευρωπαίων εταίρων αλλά και σε κάθε χρηματοοικονομικό παράγοντα.
  Ακόμα και τώρα όμως, και παρ ότι η πραγματικότητα που βιώνουμε είναι όχι απλά ζοφερή αλλά πλέον προσβλητική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δημοκρατία, πολύ φοβάμαι πως αντί για συνειδητοποίηση αυτό που παράγεται και εισπράττεται είναι μια τυφλή οργή, μια μεγάλη σύγχυση και  ένας άκρατος λαϊκισμός που καταργεί τη σκέψη και την κρίση. Η επίσημη χρεοκοπία προάγεται με μια μεγάλη ελαφρότητα ως λύση και ως αίτημα για τιμωρία μέσω στάσης πληρωμών των δανειστών, το πετρελαϊκό όραμα και το ελληνικό υπέδαφος είναι το επιχείρημα του μέσου πολίτη που έχει γίνει εξειδικευμένος γεωλόγος και «γνωρίζει» με ακρίβεια και τις περιοχές του πλούτου, η Κίνα και η Ρωσία είναι έτοιμες στο μυαλό μας να μας χαρίσουν απλόχερα δισεκατομμύρια χωρίς όρους, δεκάδες άλλες τέτοιες αναλύσεις που όλοι ακούμε καθημερινά να μας χαϊδεύουν τα αυτιά. Η απλοϊκότητα και ο λαϊκισμός έχουν καταργήσει κάθε έννοια κριτικής σκέψης, και πρόταση ονομάζεται το ανάθεμα.. Όλοι και όλα μέσα σε ένα κουβά αντιμετωπίζοντας τους εαυτούς μας όχι μέσα σε ένα παγκόσμιο ή ευρωπαϊκό περιβάλλον αλλά ως κάτι μοναδικό και αυθύπαρκτο που όλοι επιβουλεύονται. Επενδύουμε στο Χάος και μετά έχει ο θεός..Χειρότερα από τώρα δεν θα ναι.. Μόνο που αυτό το χειρότερα το χουμε πει εκατοντάδες φορές.  Και με την εφαρμογή του Μνημονίου ΙΙ, αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της πολιτικής μας αναβλητικότητας να διορθώσουμε το κράτος, την αξιοπιστία,  και τους εαυτούς μας δίνοντας εύκολη λαβή σε οποιαδήποτε πολιτικά και οικονομικά καιροσκοπικό εκβιασμό των αντισυμβαλλομένων μας ,θα συνεχίσουμε να το λέμε και να ανακαλύπτουμε πως υπάρχει και πολύ χειρότερα μιας και η χρεοκοπία έχει ήδη συντελεστεί εκτός τεχνικών όρων.  
  Τα όρια έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Όσο προσπαθούμε να κρατηθούμε στα στρεβλά «κεκτημένα» τόσο πιο βίαιη θα είναι η νέα μας προσαρμογή.  Όχι από τους ξένους ή την κάθε Τρόικα, αλλά από εμάς στα συντρίμμια ενός κράτους  που έμαθε να τρώει τις σάρκες των πολιτών του και του ίδιου.
  Η ανάγκη ενός μνημονίου μεταξύ μας που θα έπρεπε να έχει συμβεί εδώ και χρόνια είναι πλέον επιτακτική. Κι αν αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αντιληφθεί η μεγάλη ποσοστιαία αλλά όχι πλειοψηφούσα στο σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας συστημική «ομάδα» (Οι λεγόμενοι insiders όπως πολύ δόκιμα τους έχει ονομάσει ο φίλος Leo στις αναλύσεις του στο Blog του “Μη μαδάς τη Μαργαρίτα») θα πρέπει να αποφασίσουν οι «σιωπηρές πλειοψηφίες».  Αυτή θα πρέπει να είναι η απαίτηση μας από οποιοδήποτε κόμμα και οποιονδήποτε μας ζητήσει να εμπιστευτούμε.  Με λόγια ξεκάθαρα που μπορεί να μη μας γεμίζει πετρελαϊκές ελπίδες και θαύματα , να μην «εκτρέφει» την αγανάκτηση και την οργή μας με συνθηματολογία και χάιδεμα αυτιών, να μη μας μιλάει για ειδικές συνθήκες που θα περάσουν, αλλά για την εφαρμογή ενός ξηλώματος όλων αυτών που μας έφεραν ως εδώ. Ένα μνημόνιο για τη δημιουργία ενός κράτους σκληρού στην εφαρμογή του νόμου, απέναντι σε οποιαδήποτε συντεχνιακή στρέβλωση και έτοιμο να συγκρουστεί με όλους τους νοσταλγούς του εκτρώματος που βιώσαμε. Με τη συνταγματική αναθεώρηση ως απαραίτητη σε αυτό το σκοπό..
Προέχει όμως η δική μας συνείδηση, η δική μας επιθυμία και η γνώση πως αυτό είναι κάτι που θα χρειαστεί χρόνο. Γιατί αν εμείς συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε «μεσσίες» και «σωτήρες», αν συνεχίσουμε να οραματιζόμαστε την Ελλάδα της επιστροφής στο παρελθόν, αν θεωρήσουμε πως η λύση θα έρθει από όλους εκείνους που η κυβερνητική τους νοοτροπία μας έφερε ως εδώ, αν δεν κάνουμε το δικό μας μνημόνιο, τότε τα μνημόνια που θα έρχονται εκβιαστικά και υπό το καθεστώς φόβου, πολύ σύντομα πλέον δεν θα έχουν πολίτες αλλά ιθαγενείς υπηκόους…

Αθήνα μια μέρα μετά τη νύχτα της ντροπής. Όταν η θλίψη δεν αφήνει χώρο στην αηδία των μεταπολιτευτικών συμπλεγμάτων μας.

   Η δανειακή σύμβαση πέρασε, μόνο που τελικά καμιά σημασία δεν έχουν όλα αυτά μετά τη χτεσινή νύχτα πυρπόλησης της ελπίδας. Παρακολουθώντας χθες την Αθήνα να καίγεται μου ήρθε στο μυαλό μια φράση που είχα διαβάσει και έλεγε πως «Ανεξαρτήτως πολιτεύματος, η ποιότητα του είναι οι άνθρωποι». Και η χτεσινή νύχτα έδειξε με εκκωφαντικό τρόπο πως κανένα μνημόνιο, καμία υποδούλωση και κανένας νόμος δεν μπορεί να κάνει περισσότερο κακό σε μια κοινωνία που ρέπει προς την αυτοκαταστροφή χωρίς να το αντιλαμβάνεται εξαιτίας της ποιότητας ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της. Οι πολιτικοί που βρίζουμε, οι αστυνομικοί που δεν θέλουμε να υπάρχουν, οι «γνωστοί άγνωστοι» που χαϊδεύουμε δεν είναι παρά ένα κομμάτι από τι σάρκα μας.  
   Χτες, ακόμα και τη στιγμή που η Αθήνα των καπνών μας έφερνε τηλεοπτικές μνήμες από το Σεράγεβο, η υποκρισία και τα μεταπολιτευτικά συμπλέγματα μας έδιναν και έπαιρναν. Τόσο διαστρεβλωμένα τηλεοπτικά, όσο και μέσα από Blogs & Social Media.  Φταίνε οι προβοκάτορες, οι παρακρατικοί, η αστυνομία, οι «αναρχικοί», ο Παπουτσής, το σύστημα, ότι θέλει και όπως θέλει να διαβάσει ο καθένας τις αιτίες ανάλογα με το ιδεολογικό του κόλλημα και το αλάθητο του. Οι ίδιες αναλύσεις χρόνων μόνο που σημασία έχει πάντα το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι πως η Αθήνα, μια πόλη που όσοι ζούμε στο κέντρο της και με τις όσες αθλιότητες της, την αγαπάμε και δεν ανεχόμαστε να βλέπουμε να καίγεται από τους Νέρωνες της. Όχι από τον κόσμο που συγκεντρώθηκε και αποφάσισε έτσι να εκτονώσει  την οργή του,  αλλά από μια μερίδα –μεγάλη ας μη γελιόμαστε- που αποτελείτε είτε από κάποιους εντεταλμένα , είτε από κάποιους  που η ιδεολογική τους παράνοια και η εκμετάλλευση της έχει ανδρωθεί στο να επενδύει στο χάος. Μέσα από την ατιμωρησία, την ανομία και τα αντιεξουσιαστικά συμπλέγματα μιας κοινωνίας που σιωπά και τη δικαιολογεί  χρόνια τώρα όταν ο στόχος είναι ένστολος ή συμβολίζει την εξουσία.  Μια εξουσία που είτε καθοδηγεί είτε εκμεταλλεύεται είτε και τα δύο μαζί αλλά που πάντα είναι ο τελικός ευνοημένος. Η μάχη των δρόμων έχει ένα κοινό πρόσημο. Τον ίδιο φασισμό της βίας, που αλληλοδιαπλέκεται και συνοδοιπορεί είτε προέρχεται από τους νόμιμους εκπροσώπους της κρατικής βίας, είτε από τους κουκουλοφόρους αντίπαλους και «αντίπαλους» αλλά με τον ίδιο στόχο ως αποτέλεσμα. Το φόβο που προκαλεί το χάος.
   Ασφαλώς και η βία είναι το βασικότερο συστατικό αλλαγής στην Ιστορία απέναντι στην εξουσία. Κανένας λαός δεν άλλαξε τη μοίρα του ειρηνικά και κανένα σύστημα δεν «έπεσε» μη βίαια. Είναι διαφορετικό όμως το λαϊκό ξέσπασμα από το γνωστό χιλιοπαιγμένο έργο που είδαμε και ναι, περιμέναμε.  Πλέον όμως δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Ήρθε η ώρα να δούμε επιτέλους ΚΑΙ στο πρόσωπο τους τον αντίπαλο μας.
    Όσο καταδικαστέα και φασιστική είναι η νοοτροπία και η μεθοδολογία της ένστολης κρατικής καταστολής, άλλο τόσο φασιστική είναι και η μεθοδολογία των αυτοαποκαλούμενων «αναρχικών», «αριστεριστών», ή όπως άλλως ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ θέλουν να ονομάζονται, πάντως φασιστών και κουκουλοφόρων.  Που εν κατακλείδι έχουν πάρα πολλές ευθύνες για το μαρασμό και την ανεργία του κέντρου της Αθήνας  μιας και ότι επιχειρεί να κάνει με τα αντιλαϊκά μέτρα σε βραχυπρόθεσμο χρόνο η Κυβέρνηση, μπορούν να το καταφέρουν μέσα σε μια νύχτα. Γιατί οι επιχειρήσεις που κάηκαν δεν είχαν «πλουτοκράτες συστημικούς» αλλά εργαζόμενους μέχρι χτες και σήμερα –εξ αιτίας τους- άνεργους που στη δική τους ανεγκέφαλη κοσμοθεωρία αποτελούν παράπλευρες απώλειες ενός αγώνα.  Αγώνα που τελικά ισχυροποιεί το σύστημα, καπηλεύεται τη διαμαρτυρία και ενισχύει το φόβο.
ΥΓ. Βλέποντας το Αττικόν να καίγεται, μαζί με το κτήριο καιγόντουσαν στιγμές, αναμνήσεις, γέλια και δάκρυα, συναντήσεις, σκηνές που παραμένουν στη μνήμη και φέρνουν ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο κάηκε χτες μαζί με την αισθητική που πρόσφερε το πανέμορφο κτήριο στη Σταδίου. Ίσως όμως και να ήταν συμβολικά αναπόφευκτο μιας και η αισθητική και ο πολιτισμός μας έχουν προ πολλού γίνει στάχτη.. Θλιψη..

Μια κρίση που δεν είναι οικονομική…

    Η τελευταία διετία κινείται στη «σφαίρα της οικονομίας» και της κρίσης. Σε μηνιαία –αν όχι εβδομαδιαία- κλίμακα νέες λέξεις και έννοιες προστίθενται στο λεξιλόγιο μας. Spread, Swap, Συντεταγμένη ή μη χρεοκοπία, Haircut, PSI, EFSF, κ.ο.κ Οικονομικοί όροι ή ακόμα και λεκτική οικονομική «αργκό» που χρησιμοποιούμε πλέον όλοι με το ύφος του ειδικού φωτεινού παντογνώστη. Κρίνουμε, έχουμε τη δική μας λύση στο πρόβλημα που συνήθως φαντάζει στα μάτια μας πολύ απλή και αρκούν μια- δυο κινήσεις για να βγούμε από το αδιέξοδο,  απορούμε γιατί είναι όλοι ανάξιοι να τις προκρίνουν.
  Παράλληλα, ανάλογα με την ηλικιακή μας ομάδα ή την ιδεολογική και κομματική μας τοποθέτηση γνωρίζουμε και τους ενόχους που μας έφεραν ως εδώ σήμερα. Φταίνε οι πολιτικοί, φταίει ο Ανδρέας Παπανδρέου που μοίραζε αφειδώς, φταίει ο «μπούλης», φταίει ο «γιωργάκης», οι εβραιομασσώνοι με τα σκοτεινά τους σχέδια, οι σατανιστές που πολεμούν την ορθοδοξία, οι κομμουνιστές που μπλοκάρουν την ανάπτυξη, οι μεγαλοεργολάβοι, οι εφοπλιστές, οι συνδικαλιστές, οι δημόσιοι υπάλληλοι που τρώνε τις σάρκες του κράτους, οι έμποροι που κλέβουν το ΦΠΑ, το κεφάλαιο γενικά, οι μετανάστες, και σίγουρα οι ξένοι που ποτέ δεν ξεπέρασαν το κόμπλεξ τους απέναντι μας είτε για λόγους του παρελθόντος μας, είτε γιατί θέλουν να μας φάνε τα πετρέλαια και τον ορυκτό πλούτο, είτε γιατί έχουμε ήλιο.. Η λίστα μπορεί να διανθιστεί με εκατοντάδες άλλους λόγους από την τουρκοκρατία και τη δολοφονία του Καποδίστρια, μέχρι τον Ερμή που είναι ανάδρομος. Κατά κανόνα όμως μονομερώς και αξιωματικά, με απουσία της ευθύνης μας σαν λαού μιας και «ο Έλληνας στο εξωτερικό διαπρέπει γιατί εκεί υπάρχουν νόμοι και αξιοκρατία».
  Πάντοτε με το στόμφο του ειδήμονα και πάντοτε έτοιμοι να κάνουμε μακροοικονομική ανάλυση πάνω σε ένα πακέτο τσιγάρα ακόμα και αν αγνοούμε την προπαίδεια.  Ζούμε σήμερα μια αντίστοιχη περίοδο με του 1999 που μπορεί να μη γνωρίζαμε πόσο κάνει ένα μπουκάλι γάλα, αλλά μπορούσαμε να αποστηθίσουμε απ έξω και ανακατωτά το γενικό δείκτη του χρηματιστηρίου, να περιμένουμε τα splitγια να μπούμε ή να βγούμε, να ανταλλάσουμε πληροφορίες για τα θεμελιώδη μεγέθη των εισηγμένων στο ΧΑΑ, και βλέποντας αργότερα το δείκτη να πέφτει ήμασταν βέβαιοι ως ειδικοί πως «δεν γίνεται να πάει κάτω από τις 4000 μονάδες, τις 3000, τις 2000 και πάει λέγοντας. Με το ίδιο ύφος και με τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιούμε και σήμερα για το αν τελικά πτωχεύσουμε ή όχι, αν θα ξανάρθει η δραχμή ή θα μείνουμε στο ευρώ. Στηριγμένα απλά στην ελπίδα μας , το ιδεολογικό μας κόλλημα, την έφεση μας να παπαγαλίζουμε χωρίς σκέψη ότι ακούμε, και –κυρίως- να ικανοποιήσουμε την «ψευδαίσθηση» μας ότι γνωρίζουμε μιας και η φράση «δεν έχω άποψη γιατί αγνοώ το θέμα» δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο μας.  Ενδεχομένως  δε να αισθανθούμε και προσβεβλημένοι αν μας το προσάψει κάποιος.
   Κατανοούμε βέβαια πως για να μπορέσουμε να βγούμε από το αδιέξοδο χρειάζονται μέτρα, μόνο που κανένα μέτρο δεν είμαστε έτοιμοι να το δεχτούμε.. Ίσως πια όχι άδικά μιας και όλα τα μέτρα που μας έχουν επιβληθεί και μάλιστα «οριζόντια» χωρίς διακρίσεις ήταν ατελέσφορα, και όχι βασισμένα σε κάποιο σχέδιο αλλά πάνω σε μια κρίση πανικού άμεσης ανεύρεσης πόρων. Αποτέλεσμα όμως μιας χρόνιας αναβλητικότητας και  έλλειψης σχεδιασμού -που θα μας βρει εκ των προτέρων εναντίον της-  υπό το φόβο πάντα του πολιτικού κόστους από τους κυβερνώντες που οι ίδιοι εκλέγουμε. Αναβλητικότητα που είναι μάλλον και ο καθοριστικός παράγοντας που μας κρατάει «δεμένους» στον προμηθειακό μας πάσαλο.
   Πόσο όμως η κρίση σήμερα στη χώρα μας είναι αμιγώς οικονομική και κατά πόσον η λύση της θα προέλθει μέσα από την αποτελεσματικότητα οικονομικών στόχων;  Τα αίτια της κρίσης είναι μόνο οικονομικά ή μήπως οφείλονται σε μια βαθιά πολιτισμική κρίση που βιώνουμε κομπάζοντας την τελευταία πεντηκονταετία και είναι αυτή που αποτελεί τροχοπέδη για την εξεύρεση λύσης;
   Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε από την κατάρρευση της LehmanBrothers δεν μας βρήκε απλά απροετοίμαστους  αλλά ανέδειξε όλες τις πτυχές μιας άλλης χρόνιας κρίσης, αυτή της πολιτισμικής, συνέπεια της οποίας αποτελεί η οικονομική. Ασφαλώς και η κρίση σήμερα είναι παγκόσμια και με πολλά κοινά χαρακτηριστικά σε όλα τα κράτη που τη βιώνουν ανεξαρτήτως ιδιαιτεροτήτων. Αυτές όμως οι ιδιαιτερότητες είναι που αντί να προάγουν την επίλυση, μας ρίχνουν όλο και πιο βαθιά στον οικονομικό καιάδα.
    Ο ατομικισμός, η συντεχνιακή αντίληψη που για χρόνια καλλιεργήσαμε και δυστυχώς συνεχίζουμε να καλλιεργούμε, το πολιτικό «αλισβερίσι» με αντάλλαγμα το στρουθοκαμηλισμό μας απέναντι στην ανομία και την καθιέρωση της έννοιας του πολιτικού κόστους, η απαξίωση της αξίας και της νομιμότητας με την ταμπέλα της γραφικότητας, και τόσα άλλα γνωστά σε όλους μας είναι αποτέλεσμα πολιτιστικής κρίσης ως αποτέλεσμα υποβαθμισμένης παιδείας.  
   Παιδείας που στο εκπαιδευτικό σύστημα  από τον δεξιό υπερσυντηρητισμό περάσαμε μετά τη μεταπολίτευση σε ένα σύστημα που ο κάθε αναρμόδιος υπουργός οραματιζόταν τη δική του μεταρρύθμιση απαξιώνοντας πλήρως τον παιδευτικό χαρακτήρα του και με μια ελευθεριότητα που οδήγησε στην ασυδοσία και την απαξίωση. Κοινωνικής παιδείας που γαλούχησε γενιές με όραμα το οικονομικό φαίνεσθαικαι προήγαγε το σκοπό και όχι το μέσο ή την επάρκεια. Πολιτικής παιδείας  που ταυτίστηκε με την κομματική συνθλίβοντας ιδεολογίες, οράματα, κοσμοθεωρίες στο βωμό της αυτοσυντήρησης στην κομματική και εξουσιαστική νομενκλατούρα.
    Αυτή η κρίση πολιτισμού είναι που αποτελεί το εμπόδιο για να κοιτάξουμε μπροστά με αισιοδοξία. Γιατί αν το βασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας διαχρονικά και παγκόσμια είναι η «κοντή» μνήμη που αρκούν οι μεταβολές συγκεκριμένων ποσοστών, αριθμών και αλγοριθμικών συμβάσεων για να μετατρέψουν θεωρητικά την υπανάπτυξη σε πρόοδο, ο πολιτισμός χρειάζεται χρόνο για να αναπτυχθεί. Κυρίως όμως χρειάζεται όραμα και αυτογνωσία. Άραγε την έχουμε;