Θεός, CERN και …Πειραιώς!

 

Ένα έξοχο άρθρο προς αναδημοσίευση από το blog του φίλου Λεωνίδα Καστανά Μη Μαδάς τη Μαργαρίτα.
του Σάκη Κουρουζίδη από τη Μεταρρύθμιση
Υπάρχει θεός; Σύμφωνα με μια παλιότερη μέτρηση, το 52% των Ευρωπαίων απαντάει ναι και μόνο το 18% όχι. Οι υπόλοιποι δηλώνουν πως πιστεύουν στην ύπαρξη μιας «ανώτερης δύναμης».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Έλληνες είναι μεταξύ των πλέον θρήσκων λαών (81% δηλώνουν πως πιστεύουν στο θεό). Ακολουθούν Μαλτέζοι, Κύπριοι και Πορτογάλοι. Αντίθετα, από τους Εσθονούς πιστεύει μόνο το 16%, τους Τσέχους το 19%, τους Σουηδούς το 23%, τους Δανούς το 31%, τους Γάλλους και τους Ολλανδούς το 34%.

Το «σωματίδιο του θεού» ή σωματίδιο «θεός», ή καλύτερα το περίφημο πείραμα του CERN, αυτό που διοργανώνει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ερευνών στη Γενεύη, ξαναφέρνει στην επικαιρότητα ένα παλαιό πρόβλημα που συνδέεται με τη σχέση της εκκλησίας με το κράτος και ακόμη περισσότερο, της χριστιανικής σκέψης με την επιστήμη.

Μια προηγούμενη αφορμή στάθηκε η «νέα δίκη των πιθήκων» στις ΗΠΑ και μια πολύ ριζοσπαστική άποψη των καθολικών επισκόπων της Μ. Βρετανίας επί του θέματος των σχέσεων εκκλησίας-επιστήμης. Θα περίμενε κανείς να ανοίξει κάποτε και μια ανάλογη συζήτηση και στην Ελλάδα, με όρους 21ου αιώνα.

Επί του παρόντος, έχουμε μια ακόμη παρέμβαση του Πειραιώς, με όρους …Βυζαντίου.

Η σχέση του χριστιανισμού με την επιστήμη, πέρασε από πολλές φάσεις. Το σημαντικότερο θέμα που επηρέασε τις σχέσεις τους ήταν, βέβαια, η θεωρία της εξέλιξης, από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ο χριστιανισμός θεώρησε το Δαρβίνο και τη θεωρία του ως ευθεία αμφισβήτηση της ιδέας της δημιουργίας του κόσμου από το θεό, όπως αυτή περιγράφεται στη Γένεση. Εκτός από την έντονη αντίθεση και πολεμική που άσκησε η εκκλησία, «επιστράτευσε» και ορισμένους επιστήμονες, που προσπάθησαν να αποδείξουν ότι όσα αναφέρονται στο κείμενο της Γένεσης στέκουν επιστημονικά. Ότι, δηλαδή, με επιστημονική μέθοδο και απτά ευρήματα, τεκμηριώνονται όλες οι περιγραφές της Γένεσης. Ως επιστήμες αρωγούς, αξιοποίησαν κυρίως τη γεωλογία, τη βιολογία και τη φυσική. Το φαινόμενο αυτό, η προσπάθεια επιστημονικής τεκμηρίωσης της δημιουργίας του κόσμου από το θεό, ονομάστηκε από τότε «επιστημονικός δημιουργισμός» ή απλώς «δημιουργισμός». Αξιοποιήθηκε, ακόμα, το θρησκευτικό φρόνημα ορισμένων επιστημόνων -και όχι το ίδιο το επιστημονικό τους έργο- για να διευρύνουν το μέτωπο των «αντιφρονούντων» κατά της θεωρίας της εξέλιξης. Στη σχετική βιβλιογραφία έχουν καταγραφεί τόμοι ολόκληροι αλλά και πολλά μαργαριτάρια με μια «πιθηκοφοβία» γραφική έως διασκεδαστική.

Η άποψη της «εξέλιξης» των όντων και του πλανήτη συνολικά, προϋπάρχει της ιδέας της «δημιουργίας». Οι Βαβυλώνιοι πίστευαν ότι ο Ουρανός, η Γη αλλά και οι Θεοί γεννήθηκαν από ένα πρωταρχικό ον. Παρεμφερείς απόψεις εξέφραζε ο Βραχμανισμός, ο Βουδισμός και οι αρχαίες αιγυπτιακές θρησκείες. Ο Αναξίμανδρος (6ος π.Χ. αιώνας), πίστευε ότι ο άνθρωπος κατάγεται από κάποιο είδος ζώου και ότι τα χερσαία ζώα, μαζί με τον άνθρωπο, ζούσαν πριν στη θάλασσα, ως ψάρια. Ο Ηράκλειτος, αργότερα, ο Εμπεδοκλής, ο Σπεύσιππος και ο Λουκρήτιος, πρόβαλαν θεωρίες για τον κόσμο που εμπεριείχαν τη λογική της «εξέλιξης» και όχι μιας στατικής και άπαξ δημιουργίας.

Με την εξάπλωση του χριστιανισμού, ατονούν όλες οι θεωρίες περί της εξέλιξης και κυριαρχεί η άποψη, ή καλύτερα η λογική της «δημιουργίας» του κόσμου, των φυτών και των ζώων. Για περίπου 1.500 χρόνια, ο κόσμος «ξέρει» πως δημιουργήθηκε από το Θεό. Ο γιατρός Παράκελσος (1493-1541) φαίνεται πως επαναφέρει μια κάποια εκδοχή περί εξέλιξης, υποστηρίζοντας ότι τα ενόργανα όντα προήλθαν από την αρχέγονη πρωταρχική ύλη, ενώ ο Μπέικον μίλησε για την εξέλιξη των ζωικών ειδών και ο Βαβίνι, την ίδια εποχή, έκανε πρώτος νύξη για την πιθανή καταγωγή του ανθρώπου από τον πίθηκο. Πολλοί φυσιοδίφες, βοτανολόγοι, γεωλόγοι, φιλόσοφοι και άλλοι διανοητές, όπως ο Καρτέσιος, ο Λάιμπνιτς, ο Συρανό ντε Μπερζεράκ, ο Ντιντερό, ο Καντ, ο Λαπλάς, ο Λινναίος, ο Λαμάρκ (στο σύγγραμμά του Ζωολογική Φιλοσοφία, 1809), ο Έρασμος Δαρβίνος (παππούς του Κάρολου), ο Μπουφφόν, ο Γκαίτε, κ.ά., προετοιμάζουν το έδαφος για την «επίσημη» εμφάνιση της θεωρίας της εξέλιξης από τον Κ. Δαρβίνο.

Το έργο του Δαρβίνου «Καταγωγή των Ειδών», βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1859. Μόλις 20 χρόνια αργότερα, δημοσιεύεται το πρώτο κείμενο του Δαρβίνου στα ελληνικά. Πρόκειται για το Βιογραφικό σχεδίασμα ενός μικρού παιδός, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ποικίλης ύλης -«οικογενειακό» το αποκαλεί ο Θ. Χελδράιχ στην επιστολή του προς τον Δαρβίνο, στην οποία και του το αναγγέλλει-«ΕΣΤΙΑ», τεύχος 104, του 1879. Ο Θ.Χ. αντάλλαξε ορισμένες επιστολές με τον Δαρβίνο, στις οποίες τον πληροφορεί για την «πρώτη μετάφραση στα νέα Ελληνικά ενός έργου σας… μεταφραστής είναι ένας νέος κρητικός γιατρός, ο Δρ. Σ. Μηλιαράκης, ένας από τους θαυμαστές σας και από τους ενθουσιώδεις οπαδούς σας, οι οποίοι είναι ακόμα αρκετά σπάνιοι στην Ελλάδα. Δεν είναι απαλλαγμένο κάποιου κινδύνου και χρειάζεται αρκετό ηθικό θάρρος για να ομολογεί κανείς και να αποδέχεται τις αρχές σας σ’ αυτή τη χώρα, όπου ακόμα βρισκόμαστε υπό την κυριαρχία του δογματισμού». Όπως μας πληροφορεί ο Κ. Κριμπάς, η πρώτη μετάφραση της Καταγωγής των Ειδών γίνεται μόλις το 1915, από τον Ν. Καζαντζάκη. Η Καταγωγή του Ανθρώπου, μεταφράζεται ακόμα αργότερα.

Το κείμενο της Γένεσης είχε εκληφθεί από τους χριστιανούς ως «ανθρωποκεντρικό», ότι, δηλαδή, η γη και όλα τα άλλα, πλην του ανθρώπου, τμήματά της, υπάρχουν χάριν και υπέρ των συμφερόντων και των σκοπών του ανθρώπου. Όλη η εβραιοχριστιανική παράδοση και οι περιγραφές της Γένεσης διευκόλυναν μια τέτοια πρόσληψη του κόσμου και δημιούργησαν μια παράδοση στην οποία αποδόθηκε η αρχή, η πηγή της κυριάρχησης της λογικής του «ανθρώπινου σωβινισμού», έναντι όλων των υπολοίπων όντων του πλανήτη. Βεβαίως, η σύγχρονη επιστήμη από τον Φ. Μπέικον (1561-1630) και μετά, ενίσχυσε αυτή τη λογική της χρησιμοθηρικής σχέσης με τη φύση και μπορεί, από κοινού με τη χριστιανική παράδοση, να επωμιστεί την «ευθύνη» ενός ακραίου ανθρωποκεντρισμού, ο οποίος χαρακτηρίζει και σήμερα τη θέση του ανθρώπου μέσα στη φύση και τις σχέσεις του με αυτήν.

Ο δαρβινισμός και ο ίδιος ο Δαρβίνος, πέρασαν από συμπληγάδες για να υπάρξουν και να συζητηθούν στο πεδίο του επιστημονικού διαλόγου και της ακαδημαϊκής αντιπαράθεσης. Χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό και θεολογικό συντηρητισμό, αλλά και τον έντονο συντηρητισμό που συνόδευε, κυρίως τότε, και το χώρο της επιστήμης και των επιστημόνων. Το πνεύμα του διαφωτισμού διευκόλυνε εν μέρει, αλλά δεν μπορούσε να προφυλάξει τους φορείς αυτών των «ανατρεπτικών» θεωριών, από το στόχαστρο της «πιθηκοφοβίας» της βικτωριανής Αγγλίας. Ο ίδιος ο Δαρβίνος «δεν άντεχε τις δημόσιες αντιπαραθέσεις» και είχε αρνηθεί ευγενικά να προλογίσει μια νεώτερη έκδοση του Κεφαλαίου του Μαρξ, πιθανότατα για να μη δημιουργηθεί οποιοσδήποτε ανεπιθύμητος συνειρμός.

Η ελληνική εκκλησία έχει μείνει στην εποχή του διλήμματος «εξέλιξη» ή «δημιουργία» και η απάντησή της, βέβαια, είναι «δημιουργία». Αυτό το ρεύμα σκέψης, ο «δημιουργισμός», όπως αναφέρθηκε, ουσιαστικά μεταφέρει, υποτίθεται, το δίλημμα στο πεδίο της επιστήμης, ενώ απαντά με όρους θρησκευτικούς, μη επιστημονικούς. Πολύ συχνά στο παρελθόν, η επιχειρηματολογία των «δημιουργιστών» επιστράτευε και «επιστημονικά» επιχειρήματα (εξ ου και ο επίσης χρησιμοποιούμενος όρος «επιστημονικός δημιουργισμός»).

Πριν καν εμφανιστεί η θεωρία της εξέλιξης στην Ελλάδα, μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, το 1867(!), υπό τον τίτλο: Λόγοι εν λίθοις, ή η γραφή βεβαιούμενη υπό της γεωλογίας, που συνέγραψε ο «Μακωσλάνδος Δομίνικος». Το 1936, ο μητροπολίτης Κίτρους, Κοϊδάκης Κωνσταντίνος, εξέδωσε στην Κατερίνη ογκώδη τόμο 469 σελίδων, με τίτλο Γεωλογία και Αγία Γραφή, όπου επιχειρεί και αυτός να αποδείξει ότι η «γένεση» επιβεβαιώνεται επιστημονικά. Σε σειρά τευχών του, το 1890, το εξαίρετο επιστημονικό περιοδικό «Προμηθεύς» παρουσιάζει τη θεωρία της εξέλιξης, από τον πατέρα της οικολογίας και μαθητή του Δαρβίνου, Έρνεστ Χέκελ. Οι αντιδράσεις που συνόδευσαν τα δημοσιεύματα αυτά, είναι πρωτοφανείς. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο κάποιοι θεολόγοι διανοητές της εποχής, να ζητούν, στο όνομα μιας ιδιότυπης «πιθηκοφοβίας», και τη φυσική εξόντωση των εκφραστών των απόψεων αυτών.

Ποτέ η ελληνική εκκλησία, ως τέτοια, δεν συζήτησε νηφάλια τα θέματα αυτά μέχρι σήμερα. Τους εκπροσώπους του «διαφωτισμού» τους καταγγέλλουμε, δεν συνδιαλεγόμαστε μαζί τους, είναι το κυρίαρχο δόγμα της. Υπάρχουν, όμως, μεμονωμένοι θεολόγοι διανοητές (π.χ. Μπέγζος, Αγουρίδης, Ματσούκας, αλλά και ο Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας), που έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις -όχι μόνο στο δίλημμα αυτό.

Ο Μ. Μπέγζος, τη διατύπωσε περίπου ως εξής: «και δημιουργία και εξέλιξη», δηλαδή, ενώ ένας χριστιανός μπορεί να πιστεύει ότι τον κόσμο τον δημιούργησε ο θεός, ο τρόπος, όμως, που ο κόσμος ζει και εξελίσσεται, είναι θέμα της επιστήμης να τον διερευνήσει. Η θεωρία της εξέλιξης είναι ένα τρόπος που η επιστήμη απαντά. Η αμφισβήτηση αυτής της θεωρίας, δεν είναι θέμα της εκκλησίας, αλλά μιας άλλης επιστημονικής προσέγγισης, που ενδεχομένως θα μπορούσε να την αντικρούσει ή να την ξεπεράσει. Ο χριστιανισμός και η εκκλησία, συνεχίζει, δεν είναι, εξ ορισμού, ούτε υπέρ, ούτε κατά της θεωρίας της εξέλιξης. Η προσέγγιση αυτή, ομολογουμένως, αποτελεί μια τομή στην προσέγγιση του σχετικού θέματος. Η αξία της είναι ασφαλώς ευρύτερη, γιατί επιχειρεί να οριοθετήσει -και να περιφρουρήσει- κατά κάποιο τρόπο, τη θέση και το λόγο της εκκλησίας στη σύγχρονη κοινωνία.

Δηλαδή, προσπάθησε να πει ότι «συμφέρει» την εκκλησία να μην εμφανίζει τον χριστιανισμό ως μία εκδοχή επιστημονική.

Η προσέγγιση αυτή δεν κυριαρχεί, καλύτερα δεν αγγίζει την ελλαδική εκκλησία, η οποία δεν ασχολείται καν με παρόμοια θέματα. Δεν «ανοίγει» νέα θέματα. Για όλα έχει απόψεις, από το παρελθόν, όμως! Όλα λύθηκαν, κάποτε, και από τότε ισχύουν αναλλοίωτα, όπως ισχυρίζεται και η παλαιοκομμουνιστική εκδοχή της στο πεδίο της πολιτικής. Η επίκληση της παράδοσης, το άλλοθι της ακινησίας. Ο πραγματικός λόγος, όμως, πρέπει να αναζητηθεί στην «πνευματική οκνηρία» που διακατέχει την εκκλησία, δεκαετίες τώρα. Άλλα τα ενδιαφέροντα, άλλες οι προτεραιότητες και άλλοι οι προσανατολισμοί της. Όποιος «ανοίγει» τέτοια θέματα, βαφτίζεται εκπρόσωπος του διαφωτισμού, «του κακού», δηλαδή.

Ο εκσυγχρονισμός, η μεταρρύθμιση της εκκλησίας και των σχέσεών της με το κράτος, την κοινωνία και την επιστήμη, ΔΕΝ βρίσκονται προ των πυλών…

Advertisements

Κοινωνία και Εκκλησία. Ενας αναχρονιστικός εναγκαλισμός

Το φορολογικό νομοσχέδιο έδωσε αφορμή για να ανοίξει για άλλη μια φορά η συζήτηση για την εκκλησιαστική περιουσία. Μετοχές, ακίνητα, μετρητά, μισθοί, βακούφια, χρυσόβουλα, τσιφλίκια, ένας καταιγισμός δημοσιευμάτων που όχι μόνο καταδεικνύει το μέγεθος της περιουσίας της, που την καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους οικονομικούς «ομίλους» στη χώρα, αλλά φανερώνει και την προνομιακή αντιμετώπιση που έχει σε σχέση με όλα τα νομικά πρόσωπα της κατηγορίας που υπάγεται. Πέρα όμως από το καθαρά οικονομικό ζήτημα που ήδη έχει υπεραναλυθεί όπως επίσης και το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας μήπως θα έπρεπε πλέον να συζητήσουμε για την πραγματική θέση που πρέπει να έχει σε μια σύγχρονη και μορφωμένη κοινωνία; Ο εναγκαλισμός της εκκλησίας με την εξουσία που αποτελεί μια ιστορική σχέση με αμφότερα οφέλη, στηρίχθηκε τόσο στην διαπλοκή και τη συνεργασία όσο και στα δογματικά φοβικά σύνδρομα του αμαθούς ποιμνίου που έμαθε να αντιμετωπίζει τον εκάστοτε “ιερωμένο” όχι μόνο σαν το διαμεσολαβητή ανάμεσα στους φόβους του και το θεό, αλλά και σαν μέντορα της κοσμικής αλήθειας. Το ποίμνιο δεν αποτελεί μόνο μια δεξαμενή ψήφων που μπορούν να επηρεαστούν και να καθοδηγηθούν, αλλά μέσα από την «ελέω θεού» κατήχηση μπορεί όχι μόνο να συντηρητικοποιηθεί, αλλά και να διαμορφώσει χαρακτήρα υποταγής στα εκάστοτε “κελεύσματα”. Η δύναμη αυτή των ιερωμένων και το όφελος που προκύπτει από αυτή για την εκάστοτε εξουσία, «ανταλλάχτηκε» με την εκκλησιαστική παρουσία στην παιδεία, που πέρα από ιστορικούς μύθους, καλλιέργησε σε πολλές γενιές τη φοβική στάση απέναντι σε οτιδήποτε αποκαλυφθεί ή κριτικάρει τον εκκλησιαστικό βίο. Σήμερα όμως, που το μορφωτικό επίπεδο της πλειοψηφίας μπορεί να αντιμετωπίσει τη δεισιδαιμονία, που η ενημέρωση αλλά και η καλλιέργεια μπορούν να βρουν διέξοδο σε χιλιάδες πηγές, που μπορεί να διαχωριστεί δογματικός από τον πολιτικό λόγο, είναι τουλάχιστον αναχρονιστικό να μιλάμε με όρους Καισαροπαπισμού. Αν δείξουμε στον πολιτικό κόσμο και την ψηφοθηρική συμπεριφορά του ότι ο φόβος της μήνης του λεγόμενου “κόμματος της εκκλησίας” είναι πολύ μικρότερος από το φόβο μιας κοινωνίας που αρνείται να πορεύεται με μεσαιωνικούς όρους και φοβίες, αν δείξουμε πως θεωρούμε τουλαχιστον προσβλητικό οι πολιτικές αποφασεις για το σήμερα και το αύριο να επηρεαζονται απο τους αμβωνες του χτές, ίσως καταφέρουμε, πέρα απο την απεμπλοκή του προπατορικού μας εναγκαλισμού και την πραγματική διακριση των ρόλων, να δημιουργήσουμε μια κοινωνία που οι διαχωριστικές της γραμμές θα χασουν μια βασική τους παραμετρο.Την υποσυνείδητη φοβία και το ρατσισμό προς τον μή θρησκευτικα όμοιο..

Περι Οικολογίας…

Το αποτέλεσμα των τελευταίων ευρωεκλογών έφερε στην πολιτική ατζέντα όλων των κομμάτων δύο «νέα» ζητήματα. Το ζήτημα της ποσόστωσης στην μεταναστευτική πολιτική, και της οικολογίας. Τα ζητήματα αυτά ασφαλώς δεν προέκυψαν λόγω ανησυχίας και προβληματισμού για την αυτό καθ αυτό ύπαρξης των προβλημάτων, μιας και ούτε καινούργια είναι, ούτε ψηλά στην πολιτική ατζέντα μέχρι τότε. Απλά το εκλογικό ποσοστό του ΛΑΟΣ και των Οικολόγων Πράσινων στις ευρωεκλογές «φανέρωσε» μια δεξαμενή ψήφων προς άγραν. Κι αν για το ζήτημα της μετανάστευσης τα δύο μεγάλα κόμματα εμμέσως πλην σαφώς υιοθέτησαν την επόμενη κιόλας μέρα πλήρως τη γραμμή Καρατζαφέρη (με ότι αυτό συνεπάγετε..) , το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό των οικολόγων πράσινων, έφερε στη σημερινή προεκλογική ατζέντα το ζήτημα της οικολογίας. Η ΝΔ αυτόπροσδιορίζεται ως η κυβέρνηση των οικολογικών ευαισθησιών περιγράφοντας μέτρα που έλαβε όπως λ.χ. η απόσυρση των κλιματιστικών… Βέβαια η οικολογική καταστροφή από τις πυρκαγιές λόγω ανυπαρξίας μέτρων, η συνέχιση του θεσμού των παράνομων χωματερών, τα «στραβά μάτια» στην ύπαρξη χωρίς άδεια λατομείων, η οικιστική ασυδοσία που συνεχίστηκε στις μέρες της και γενικά η πλήρης απουσία περιβαλλοντολογικής πολιτικής αποτελούσαν μάλλον δευτερεύοντος σημασίας ζητήματα. Το ΠΑΣΟΚ προαναγγείλει πράσινη ανάπτυξη και οικονομία. Μόνο που οι ίδιοι άνθρωποι είναι εκείνοι που στο βωμό της σύγχρονης «Μεγάλης Ιδέας», τις Ολυμπιάδας του 2004, διέπραξαν τα μεγαλύτερα εγκλήματα εις βάρος του περιβάλλοντος. Κληροδοτώντας μας πέρα ασφαλώς από τα ολυμπιακά χρέη, μια ακόμα πιο μπαζωμένη, τσιμεντένια και επιβαρημένη πρωτεύουσα. Και αν τα οικονομικά εγκλήματα παραγράφονται, το περιβάλλον δεν παραγράφει ούτε ξεχνάει. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην προσπάθεια του να καλύψει την ανυπαρξία δομημένης πολιτικής θέσης μέσα από το συνονθύλευμα των τάσεων και αρχηγών του, έχει αναγάγει την οικολογία ως κύρια –ειδικότερα μέσω των τηλεοπτικών του σποτ- προεκλογική του θέση. Μόνο που μέχρι πρόσφατα πέρα από το πρόθεμα στο όνομα του συνασπισμού( των κινημάτων και της οικολογίας..), το οικολογικό ζήτημα δεν ήταν το χαρακτηριστικό της πολιτικής του πλατφόρμας. Απλά αφ’ ενός το τίμημα της εσωστρέφειας και των τραγικών επιλογών και αφ’ ετέρου η ανάγκη ψήφων για την ύπαρξη του οδηγεί στην υιοθέτηση των «ακίνδυνων» αλλά και προσοδοφόρων εκλογικά, θέσεων οικολογικών θεμάτων ως πρωτεύοντα. Το ΚΚΕ δεν θεωρεί πρωτεύων το ζήτημα του περιβάλλοντος. Δε λαϊκίζει με αυτό. Μόνο που σήμερα η «πάλη για το περιβάλλον είναι πολύ σημαντικότερη από την πάλη των τάξεων.. Το ΛΑΟΣ έλυσε τις οικολογικές του ανησυχίες εντάσσοντας το γραφικό τηλε-οικολόγο κ. Παπανικόλα στα ψηφοδέλτια του.. Τέλος, οι Οικολόγοι Πράσινοι που πιστώνονται λόγω της παρουσίας τους την ύπαρξη του περιβαλλοντολογικού ζητήματος στην προεκλογική ατζέντα, αποτελούν ίσως το μοναδικό κόμμα σήμερα που “δικαιούται” να μιλά για οικολογικό πρόγραμμα αφού η ένταξη της οικολογίας στην πολιτική αποτελεί και το λόγο ύπαρξης τους. Η όλη μέχρι τώρα όμως παρουσία τους παραπέμπει περισσότερο σε οργάνωση ή κίνημα, παρά σε κόμμα. Για να κερδίσει όμως την ένταξη του στο πολιτικό σύστημα όχι ως αποδέκτης ψήφου διαμαρτυρίας αλλά ως πολυσυλλεκτικό κόμμα θέσεων χρειάζεται μια πιο σαφή, πιο σφαιρική και πιο δομημένη πολιτική πλατφόρμα. Γιατί η παρουσία ενός κόμματος στη βουλή δεν μπορεί να στηρίζετε στη μονομέρεια ενός προνομιακού ζητήματος, αλλά καλείτε να ψηφίσει, να νομοθετήσει και να εκφραστεί και πάνω σε θέματα εκτός της βασικής του «διεκδίκησης». Διαφορετικά η παρουσία τους θα περιοριστεί στην “βαφτισμένη” από τα media ψήφο διαμαρτυρίας των ευρωεκλογών. Και παρ ότι το περιβάλλον σήμερα δεν είναι ζήτημα ψήφου διαμαρτυρίας αλλά αποτελεί το αμεσότερο ίσως θέμα που πρέπει να λύσουμε, θα συνθλιβούν ανάμεσα στα ιστορικά κόμματα που ήδη ερίζουν για την “πελατεία” τους..
ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ

Κομμα Εκκλησιας…Ως Πότε ;

«Οι επισκέψεις των υποψηφίων είναι πολλές σε ενοριακούς ναούς και όλοι σχεδόν οι υποψήφιοι της ΝΔ φροντίζουν «να χαϊδεύουν τα αφτιά» των ιερέων και των πιστών. «Εγώ το έχω πει σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς:Μη βάζετε τα χέρια σας στην εκκλησιαστική περιουσία γιατί θα τα κάψετε» προειδοποίησε προ ημερών ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ανθιμος, τη βοήθεια του οποίου επιζητούν όλοι οι υποψήφιοι στη συμπρωτεύουσα. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», στους περισσότερους νομούς οι μητροπολίτες δίνουν γραμμή για συγκεκριμένους υποψηφίους που έχουν στενή σχέση με την Εκκλησία.» Πηγή :Το Βήμα
Το όλο ζήτημα δεν έχει να κάνει με αυτή καθ αυτή τη δήλωση του κατά τα άλλα γραφικού Άνθιμου. Εξ άλλου ο συγκεκριμένος Μητροπολίτης πάρα πολλές φορές μας έχει συνηθίσει σε «κορόνες» παρέμβασης στην πολιτική ζωή με “ειδίκευση” στα εθνικά θέματα. Η σοβαρότητα του ζητήματος έχει να κάνει με το ότι η προειδοποίηση της δήλωσης είναι πέρα για πέρα πραγματική. Και δεν έχει να κάνει μόνο με τη φορολόγηση της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας αλλά με την παρέμβαση της εκκλησίας στην πολιτική ζωή του τόπου. Φαινόμενο όχι καινούργιο ασφαλώς μιας και τόσο άμεσα, όσο και μέσω των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων (βλ. ΖΩΗ) η ιεράρχες μας ανέκαθεν επηρέαζαν τα πολιτικά μας δρώμενα. Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια, και μετά την άνοδο του λαϊκιστή Χριστόδουλου (και την τόσο μεγάλη προβολή του από τα ΜΜΕ) η παρέμβαση έγινε απλά λιγότερο συγκαλυμμένη. Η επίδειξη ισχύος του «κόμματος της εκκλησίας» με αφορμή το ζήτημα των ταυτοτήτων αντί να θορυβήσει τους πολιτικούς μας ταγούς ,αντίθετα τους οδήγησε όλο και περισσότερο στο να πλησιάσουν τη μεγάλη δεξαμενή ψήφων. Και μπορεί η ΝΔ και το ΛΑΟΣ να θεωρούν δικό τους το χώρο της «Δεξιάς του Κυρίου» που έλεγε και ο μακαριστός, αλλά από τον κανόνα δεν έχουν ξεφύγει και αρκετοί πολιτευτές και βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που φωτογραφίζονται στα φυλλάδια τους με Παπάδες και Μητροπολίτες φοβούμενοι το πάθημα Σημίτη και το κόστος του κόμματος από την ανούσια κόντρα. Εξάλλου ουδέποτε και κατά τη δική τους διακυβέρνηση δεν κόντραραν ουσιαστικά το μεσαιωνικό φαινόμενο του «σύγχρονου και έμμεσου παποκαισαρισμού». Ακόμα και τα κόμματα της Αριστεράς που η θέση τους είναι υπέρ του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας ,μιας και θεωρούν πως δεν έχουν κέρδος από μια κατά μέτωπο επίθεση και η δεξαμενή δεν θα τους προσδώσει κομματικά οφέλη, δεν θεωρούν μείζον ζήτημα στην ατζέντα τους την απεμπλοκή από τον εναγκαλισμό. Ως κοινωνία όμως που ονειρευόμαστε την πρόοδο ως πότε θα δεχόμαστε το πλέγμα Κράτους – Εκκλησίας ; Ως πότε θα πληρώνουμε μέσω δημοσίου τους μισθούς των Ιερωμένων ; Ως πότε θα έχουμε Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ; Ως πότε η Εκκλησιαστική περιουσία θα διέπετε από διαφορετική νομοθεσία από εμάς τους πολίτες ; Πότε τελικά θα τοποθετήσουμε ως κράτος και ως κοινωνία την υπόθεση της πίστης και του δόγματος στην πραγματική τους υπόσταση. Η πολιτική κατάσταση και οι συμπεριφορές που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα μας στηρίζονται στην αποφυγή του λεγόμενου κομματικού κόστους. Μόνο που το κόστος που πληρώνουμε ως κοινωνία από την υπάρχουσα κατάσταση είναι τεράστιο. Όχι μόνο για να ξεφύγουμε από τον αναχρονισμό, αλλά εν τέλει για την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας μας.
ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ