Δημοκρατία, Ευρωπαϊκό κεκτημένο, και Πολιτικός κόσμος. Όταν ο λαϊκισμός και η βία οδηγούν στην «κόλαση» των άκρων

   Όλοι μας κατά καιρούς έχουμε “ειρωνευτεί” το επίπεδο της Δημοκρατίας στον τόπο μας. Άλλοτε με σκεπτικισμό, άλλοτε με ένα γαμώτο, άλλοτε ¨πνιγμένοι” από τα κακώς κείμενα που μας τροφοδοτεί η “θεσμική” καθημερινότητα, πάντοτε όμως μιλώντας εκ του ασφαλούς και με τη σιγουριά πως η επόμενη μέρα δεν θα μας βρει «στο γύψο». Γιατί παρά τα εκατοντάδες προβλήματα και τα μεγάλα ερωτηματικά για την ποιότητα της η κοινοβουλευτική Δημοκρατία ευτυχώς ακόμα υπάρχει και μόνο αυτονόητη δεν είναι. Κι αν η ευμάρεια της τελευταίας τριαντακονταετείας μας έκανε να το ξεχάσουμε, η οικονομική κρίση της τελευταίας τριετίας και τα αποτελέσματα της στον κοινωνικό ιστό μας θυμίζουν κατακλυσμιαία το πόσο εύθραυστη είναι.
   Θα μπορούσε να πει κανείς πως εν έτη 2012 το να αναφέρεται κανείς σε συνταγματικές εκτροπές, χούντες και ολοκληρωτικά καθεστώτα αποτελεί ή φαντασιοπληξία ή συνομοσιολογία. Θα συμφωνούσα απόλυτα με έναν τέτοιο χαρακτηρισμό αλλά με μια σημαντική προσθήκη. Και αυτή δεν είναι άλλη από το «μέσα στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο». Γιατί ο σημαντικότερος λόγος που η χώρα περνάει την πιο μακρά περίοδο δημοκρατίας από καταβολής της δεν είναι άλλος από το ότι ανήκει στον πυρήνα της ΕΕ. Με εκατοντάδες αντίστοιχα ενστάσεις για το πόσο ενωμένη είναι η Ευρώπη, με μεγάλα επίσης ερωτηματικά για την ποιότητα της, δεν παύει όμως να αποτελεί το θεματοφύλακα της Δημοκρατίας για τους «εντός»..
   Οι εκλογές της άνοιξης έφεραν μέσα στο ναό του κοινοβουλευτισμού – για πολλούς από τους συμπολίτες μου γνωστό και ως μπ…λο, αλλά για μένα & αρκετούς ακόμα άλλους ως ιερός τόπος διαφύλαξης της ελευθερίας- τη ΧΑ. Θα μπορούσε να ήταν μια ψήφος ακραίας αντίδρασης και να μην μας απασχολούσε αν δεν συνοδευόταν από μια γενικότερη κοινωνική στροφή προς τα άκρα και τη δημοκρατική απαξίωση. Μια κοινωνική πεποίθηση για την «ξεπερασμένη δημοκρατία των προδοτών», της «κατοχής», του οράματος για νέο «Γουδί», του «τέτοια δημοκρατία δεν τη θέλω, καλύτερα να διαλυθούν τα πάντα».. Μια κοινωνική νομιμοποίηση της βίας, του σκοταδισμού και της ανομίας στο όνομα της πατρίδας της θρησκείας και της οικογένειας που δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί την αγία τριάδα της πλειοψηφίας. Μια επιστροφή -ίσως και «απελευθέρωση»- στην άρνηση της ιδιαιτερότητας, της ξενοφοβίας και οποιουδήποτε δεν συνάδει με τον ελληνικό μύθο.
   Η μέχρι τώρα απάντηση του δημοκρατικού πολιτικού κόσμου απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη οπισθοδρόμηση είναι τα αμήχανα ευχολόγια και η τηλεοπτική καταδίκη. Το ζήτημα της ΧΑ δεν ήρθε για συζήτηση στην ολομέλεια για λόγους διαδικασίας χάνοντας όμως την ουσία. Η Κυβέρνηση αντί να ασχοληθεί επιτέλους σοβαρά με το μεταναστευτικό οργανώνει τον «ΞΕΝΙΟ ΔΙΑ» σαν να προσπαθεί να υποκαταστήσει την ανομία και την αστυνόμευση που οι πολιτικές της «παραχώρησαν». Κυρίως όμως σαν να απαντά ότι είναι εξίσου ικανή στο να δίνει λύσεις όσο οι τραμπούκοι!!!! Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται σε ένα άκρατο λαϊκισμό, «ξεχνώντας» πως ο λαϊκισμός αποτελεί προνομιακό πεδίο των άκρων και πως οφείλει να είναι σύμμαχος με όλα τα λεγόμενα αστικά κόμματα στον αγώνα διαφύλαξης της δημοκρατίας και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Κυρίως όμως, επειδή αποτελεί αξιωματική αντιπολίτευση, να σταθεί απέναντι στην εκτροπή την ανομία και τη βία από όπου και αν προέρχεται όταν η αγανάκτηση και η οργή βρίσκονται σε οριακή κατάσταση. Διαφορετικά θα φέρει και αυτός ακέραια ευθύνη στην περαιτέρω καλπάζουσα άνοδο των άκρων.
  Σήμερα οι μέρες που ζούμε περισσότερο από ποτέ έχουν άμεση ανάγκη δημοκρατικής αυτοπροστασίας. Ο πολιτικός κόσμος οφείλει καθημερινά να λειτουργεί με αυτό το γνώμονα. Η οικονομική κρίση μας έχει οδηγήσει σε έναν αγώνα να περισώσουμε την αξιοπρέπεια μας. Δεν μπορεί να υπάρξει όμως αξιοπρέπεια χωρίς ελευθερία. Σίγουρα γνωρίζουμε όλοι πως δεν ζούμε στο δημοκρατικό παράδεισο. Ακόμα και αυτός όμως μας παρέχει τη δυνατότητα ακόμα και στην παρούσα συγκυρία να αξιοποιήσουμε το αγαθό της ελευθερίας. Αν επενδύσουμε σε αυτή, η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο θα παραμείνει ζωντανή. Αν όμως επενδύσουμε στο λαϊκισμό, τη βία και την αντιπαράθεση τότε παίζουμε το παιχνίδι των άκρων στον προνομιακό τους χώρο. Και θα είναι αργά στην κόλαση τους να αναζητούμε το χαμένο μας παράδεισο..

ΥΓ. Τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης  που τόσο έχουμε γίνει ειδήμονες μιας και έχουμε εξαντλήσει τη γνώση της ελληνικής ιστορίας… ΔΕΝ ακολούθησε ούτε η ανοιχτή δημοκρατία ούτε ο σοσιαλισμός αλλά ο Χίτλερ. Στην υπόλοιπη τότε Ευρώπη, ο Μουσολίνι, ο Φράνκο ο δικός μας Μεταξάς κ.α. Αν μας εκλύει τόσο η αναγωγή σε εκείνες τις μέρες που καθημερινά πλέον αναφέρονται, ας μην ξεχνάμε και την συνέχεια…

 

Advertisements

Αριστερή κυβερνητική προοπτική και media Ένα κακόγουστο «παιχνίδι» στο μετέωρο βήμα των πολιτικών κομμάτων. Mόνο που η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να περιμένει την καταστροφή

   Προσπαθώ από προχθές να καταλάβω πως προέκυψε η εντολή του λαού για μια αριστερή κυβέρνηση,  που σε προσωπικό επίπεδο πάντα ονειρευόμουν για τη χώρα μου μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.. Βλέποντας τα ποσοστά των εκλογικών αποτελεσμάτων, δεν μου προκύπτει. Το 16.78 % και οι 1.061.265 ψήφοι του δεύτερου τη τάξη ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί μεν μια μεγάλη και ιστορική άνοδο για την αριστερά όμως δεν αποτελεί λαϊκή εντολή και δεν θα αποτελούσε ακόμα και αν προερχόταν από το 100% του εκλογικού σώματος και όχι του σημερινού με το 19% να μην εκφράζεται στη βουλή λόγω του 3% συν την αποχή που δεν μπορεί να ενταχθεί όλη στην αριστερά. Ακόμα και αν υποθέταμε πως το εκλογικό σύστημα ήταν η απλή αναλογική, και ακόμα και αν συναθροίζονταν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΔΗΜΑΡ, με το ΚΚΕ να αποτελεί εντελώς αυθαίρετη πρόσθεση μιας η θέση του είναι εντελώς διαφορετική όσον αφορά τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, πάλι το ποσοστό δεν ήταν ικανό να ορκίσει κυβέρνηση.
   Παρακολουθώντας τα media από το βράδυ της Κυριακής, με την πάροδο του χρόνου η αίσθηση αυτής της αριστερής στροφής που πέρναγαν προς τα έξω  γινόταν όλο και μεγαλύτερη.  Η συντριβή του Πασοκ αλλά και τα πολύ χαμηλά ποσοστά της ΝΔ, κόμματα σε άμεση σχέση και διαπλοκή σε όλα τα επίπεδα με τα media, εμφάνισαν το ΣΥΡΙΖΑ σαν τον μεγάλο νικητή των εκλογών. Όχι όμως στη βάση του ότι ήταν μια πολύ μεγάλη επιτυχία για την αριστερά αλλά στα πλαίσια της ίδιας και που πλέον ο λόγος και η δύναμη της μπορούν να αποτελέσουν ρυθμιστικό ρόλο. Εμφανιζόταν – ειδικά από τη στιγμή που αθροιστικά το Πασοκ και η ΝΔ δεν εξέλεγαν τους βουλευτές που θα τους εξασφάλιζαν δεδηλωμένη- ως η κυρίαρχη δύναμη. Κάτι που όμως σε επίπεδο ψήφων και ποσοστών δεν προέκυπτε από πουθενά. Με την ίδια λογική, τα ποσοστά του Καμμένου και οι 400.000 ψηφοφόροι της ΧΑ θα μπορούσαν να ερμηνευθούν αντιστοίχως αυθαίρετα ως μια ακροδεξιά στροφή.
   Προέκυπτε όμως από την αντιμετώπιση του Σύριζα τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από τους βουλευτές των δύο καταποντισμένων κομμάτων που δεν χρειάστηκε να κάνουν την αυτοκριτική τους ή να κρύψουν την αμηχανία τους για την τιμωρία της κάλπης. Η συζήτηση  με επίκεντρο την αριστερή προοπτική ήταν κάτι που βόλευε τους πάντες. Τα mediaπου χρόνια λειτουργούν ακραιφνώς προπαγανδιστικά υπέρ του δίπολου φέροντας πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση.  Τη ΝΔ μιας και απέτυχε δραματικά στο στόχο της να βγάλει αυτοδυναμία ή να αποτελέσει την αδιαφιλονίκητη προοπτική όπως μόνο ο Σαμαράς και οι κοντινοί του πίστευαν… Το Πασοκ που μέσα στη διαλυτική του αποσύνθεση  θυμήθηκε τον όμορο  χώρο που οι πολιτικές του απώλεσαν και που κανέναν πολίτη δεν μπορεί πλέον να πείσει για τη σοσιαλιστική του πρακτική.
   Η τακτική συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες που πολύ έντεχνα προσπάθησαν να ρίξουν το μπαλάκι» στον Τσίπρα και να ανασυνταχθούν μέσω της στήριξης στο ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει κυβέρνηση, άμεσα όμως εξαρτώμενη και από τα δύο. Η φθορά τους θα σταματούσε να προκαλεί την ελεύθερη πτώση τους μιας και αφ ενός δεν θα είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης αφ ετέρου  θα εμφανίζονταν να προτάσσουν τη διαλλακτικότητα και τη δημοκρατική τους  αρχή για το καλό του τόπου. Ταυτόχρονα, η  ανάληψη της χαώδους πραγματικότητας από το ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη και νομοτελειακά αστοχία του θα τους καθιστούσε άμεσα ως τις δυνάμεις ευθύνης και τελικά αθώες για τα οικονομικά εγκλήματα της πολιτικής τους.
   Το έργο δεν πέτυχε, ήταν άλλωστε πολύ πρόχειρο και αφελές. Η έπαρση όμως που επέδειξε τόσο ο αρχηγός όσο και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ την πρώτη μέρα σε συνδυασμό με τις αλλοπρόσαλλες για την πραγματικότητα δηλώσεις τους έδωσαν μια μεγάλη ανάσα στους φορείς του δικομματισμού ενώ και τα mediaπου στηρίζουν το υπάρχον σύστημα, εκμεταλλεύτηκαν άμεσα τον ξαφνικό αντιευρωπαϊσμό -σε πρακτικό επίπεδο- των θέσεων που δηλώνονταν χωρίς καν να εμφανίζουν μια κοινή γραμμή από τα στελέχη του Σύριζα, και επανέφεραν ανακουφισμένα τη ρητορεία της καταστροφής. Κι αν στο επίπεδο του προσωπικού μας θυμικού η ικανοποίηση για το» ρίξιμο στο καναβάτσο» και την εμφάνιση των αρχηγών των δύο πρώην «μεγάλων» κομμάτων σε ρόλο κομπάρσου που καλούνταν να αυτό-εξευτελιστούν για να υπάρξει πιθανότητα σύγκλισης ήταν κάτι που και ρεβανσιστικά ίσως τόνωνε το τσαλαπατημένο από τις επιλογές τους ηθικό μας, η πραγματικότητα όμως είναι τόσο ζοφερή που δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.  
   Οι εκλογές δεν έδωσαν σε κανένα κόμμα την εντολή να τηρήσει το πρόγραμμα του. Δεν νομιμοποίησαν κανέναν να συμπεριφερθεί ως ο απόλυτος άρχων, δεν επένδυσαν σε κανένα αλάθητο, δεν έδωσαν σε κανέναν το δικαίωμα να εμφανιστεί ως η σώφρον δύναμη  σταθερότητας.  Το μήνυμα ήταν να καταφέρουν να βρουν ένα κοινό τόπο συνεννόησης και συνεργασίας για την άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων μιας χρεοκοπημένης χώρας που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου να κωλυσιεργεί σε μικροπολιτικές τακτικές για κομματικά ή παραταξιακά οφέλη στις επόμενες εκλογές.  
  Τα μνημόνια, οι συνθήκες, οι συμβάσεις που υπογράφει ένα κράτος και το δεσμεύουν αποτελούν ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ την υποχρέωση τόσο της τήρησης τους όσο και της συνεχούς προσπάθειας για καλυτέρευση των όρων. Είτε αφορά οικονομικές συμφωνίες, είτε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, είτε οτιδήποτε έχει να κάνει με διακρατικές συμφωνίες.  Η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου δεν είναι κάτι στιγμιαίο αλλά θα πρέπει να είναι μια συνεχής και αέναη προσπάθεια καλυτέρευσης των συνθηκών του. Και όπως σε όλες τις συμφωνίες η σύναψη τους βασίζεται στην ισχύ της παρούσας στιγμής των μερών που διαπραγματεύονται, έτσι και η επαναδιαπραγμάτευση ενός μνημονίου δανεισμού και διαχείρισης χρέους  είναι σε άμεση συνάρτηση από την ισχύ, την κατάσταση και τα εχέγγυα του δανειζομένου. Στην οικονομία όπως και στην ιστορία τίποτα δεν είναι απόλυτο και τα πάντα αναθεωρούνται αναλόγως της στιγμής και της συγκυρίας. Για τη χώρα μας το προαπαιτούμενο είναι οι ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κρατικό και οικονομικό μόρφωμα που έχουμε δημιουργήσει για να μπορέσουμε να ισχυροποιήσουμε τη θέση μας σε μια συνεχή διαπραγμάτευση. Κυρίως όμως να εξασφαλίσουμε παράλληλα την κοινωνική συνοχή που βρίσκεται ένα βήμα πριν τη διάλυση εφαρμόζοντας ισονομία και ισότητα στην κατανομή των βαρών.   Τα ποσοστά των εκλογών δεν έδωσαν σε κανέναν την εμπιστοσύνη να το κάνει μόνος του. Η εξασφάλιση της ισονομίας και της ισότητας δεν χρειάζονται προγραμματικές συγκλήσεις, σε μια δημοκρατία είναι προαπαιτούμενα. Οι πολιτικές, οι προτεραιότητες και η στρατηγική χάραξη ασφαλώς και χρειάζονται έναν κοινό τόπο.  Η εντολή των εκλογών ήταν να βρεθεί.  Αν δεν το συνειδητοποιήσουν άμεσα οι ηγετικές ομάδες των «σοφών» και συνεχίζουν να επενδύουν  στο προεκλογικό παιχνίδι παίζοντας με την καταστροφή, η μόνη που δεν θα του στήσει στο ραντεβού με την ιστορία είναι αυτή..

ΥΓ. Η ΧΑ δεν μπήκε τυχαία στη Βουλή, και είναι εντελώς αφελές να θεωρούμε πως 400.000 ψήφοι είναι συλλήβδην προϊόν μη ενημέρωσης και αφέλειας.  Όταν τα media όψιμα ξεκινούν μετά το «εγέρθητι» προς τους εκπροσώπους τους να θυμούνται το φασισμό της εν λόγω ομάδας, στο μυαλό του πεπεισμένου για την «αντίσταση» ψηφοφόρου της ΧΑ που γνωρίζει όπως όλοι μας το ρόλο  των media και την υποτακτικότητα των Βουλευτών προς τα μέλη τους με αντάλλαγμα τη δημοσιότητα, το μόνο που καταφέρνουν είναι την ενδυνάμωση της επιλογής του προς τη συγκεκριμένη φασιστική ομάδα.

Ελληνική Αριστερά. Δημοσκοπική άνοδος και προοδευτική πραγματικότητα. Δύο βίοι αντίθετοι..

   Παρατηρώντας τις δημοσκοπήσεις – πάντα τονίζοντας  όλες  τις ενστάσεις για την εγκυρότητα τους- η άνοδος της αριστεράς όπως εκφράζεται στο πολιτικό σύστημα είναι κάτι αδιαμφισβήτητο. Ακόμα και αν τα πραγματικά ποσοστά την ημέρα των εκλογών πέσουν αισθητά σε σχέση με τα δημοκοπικά προσδόκιμα,  η αύξηση της δύναμης της θα πρέπει με τα υπάρχοντα δεδομένα αλλά και την τάση που ο καθένας μας διακρίνει στην καθημερινή επαφή του με τους γύρω ή τον κύκλο του να είναι μάλλον πρωτόγνωρη για τα πολιτικά μας δρώμενα.
   Κι ενώ το ορθό θα ήταν αυτή η αύξηση να επηρεάζει όχι μόνο την πολιτική ατζέντα των επερχόμενων εκλογών αλλά και τη στροφή προς μια πιο προοδευτική πραγματικότητα και πολιτική πρακτική συμπαρασύροντας με τη δυναμική της το υπόλοιπο σκηνικό, αυτό που παρατηρούμε να συμβαίνει είναι ακριβώς το αντίθετο.  Τα πάντα καθορίζονται προς μια άκρως συντηρητική κατεύθυνση και ο λεγόμενος μετριοπαθής λόγος του σήμερα, στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν, δεν θα υιοθετούνταν ούτε από τις ακραίες τάσεις των συντηρητικών αστικών κομμάτων.  Το μεταναστευτικό, οι εργασιακές σχέσεις, η οικονομική πραγματικότητα και όλες οι συνέπειες της, η εγκληματικότητα,  όλα εν τέλει τα επίκαιρα ζητήματα, εντάσσονται σε λύσεις και προτάσεις  που κάθε  άλλο παρά προοδευτικές μπορούν να χαρακτηριστούν ενώ την ίδια στιγμή ο μέσος πολίτης αν δεν ζητά πιο ακραία συντηρητικές θέσεις τουλάχιστον κάθε άλλο δείχνει από το να ενοχλείτε από αυτή τη στροφή προς τα δεξιά.  Κι αν ο κατακερματισμός της «δεξιάς πολυκατοικίας» εμφανίζεται σήμερα στα μάτια των αριστερών ηγεσιών ως αποτέλεσμα-τιμωρία  των υποστηριχτών του καπιταλιστικού μοντέλου, στην  πραγματικότητα  τα μέλη αυτών των κομματιών (Καρατζαφέρης, Καμμένος κλπ.)όχι μόνο καθορίζουν την πολιτική πραγματικότητα σε επίπεδο αποφάσεων και πρακτικών, αλλά ανεξαρτήτως των εκλογικών τους ποσοστών στις επερχόμενες εκλογές, η επιρροή τους σήμερα στην κοινωνία έχει υπερβεί κατά πολύ το ακροατήριο τους.  Κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη στάση των δύο «μεγάλων» κομμάτων που στην προσπάθεια αυτοσυντήρησης και επιβίωσης τους σπεύδουν να υιοθετήσουν και να ενταχθούν σε αυτή τη στροφή μιας και πάει πολύς καιρός από τότε που προσπαθούσαν σαν πολιτικοί οργανισμοί να ηγηθούν και να επηρεάσουν τις μάζες και πλέον απλά ακολουθούν το ποτάμι όπου και αν βγάζει.
   Η ΝΔ από το «δεν συνεργάζομαι με τα άκρα»  του Καραμανλή και παρά το ότι ο Σαμαράς ανέκαθεν έρεπε προς πιο δεξιόστροφες αντιλήψεις, δεν έχει κανένα πρόβλημα να εντάξει στις δυνάμεις της το Μάκη Βορίδη δίνοντας του μάλιστα και πρωταγωνιστικό ρόλο, την ίδια στιγμή που ο Φαήλος Κρανιδιώτης αποτελεί μέρος του think tankπαρά τω Σαμαρά. Στο ΠΑΣΟΚ του νεοεκλεγέντος αλλά έτοιμου από καιρό Βενιζέλου, το πρώτο ανεπίσημα προεκλογικό  «μέτρο» είναι τα στρατόπεδα υποδοχής λαθρομεταναστών και η ρητορική Χρυσοχοϊδη, που στο πρόσφατο παρελθόν μόνο από το ΛΑΟΣ μπορούσε κανείς να ακούσει.
   Μέσα σε αυτό το ρεύμα που διαμορφώνεται με γεωμετρική πλέον πρόοδο λόγω πραγματικότητας στην κοινωνία, οι  αριστερές ηγεσίες  παρατηρώντας τα πράγματα  με δημοσκοπική μυωπία δεν δείχνουν να  αντιλαμβάνονται την ολοένα και αυξανόμενη  έλλειψη επιρροής τους. Όχι μόνο στην πολιτική σκέψη, αλλά σε όλες τις βαθμίδες του κοινωνικού και πολιτισμικού φάσματος. Κάτι πρωτόγνωρο μιας και από το τέλος του εμφυλίου πολέμου και μετά, η ηττημένη και για μεγάλο χρονικό διάστημα κυνηγημένη αριστερά, όχι μόνο δεν έσβησε αλλά η αριστερή σκέψη αποτέλεσε τον πυρήνα στην πνευματική και πολιτισμική ανάπτυξη του τόπου.  Η ιστορία είναι γνωστή και παρά το ότι δεν εκφράστηκε ή δεν της επιτράπηκε να εκφραστεί εκλογικά, και παρά την εκμετάλλευση της αριστερής ρητορείας από το ΠΑΣΟΚ του Αντρέα Παπαντρέου, παρέμεινε στην πρωτοκαθεδρία.  Ακόμα και μετά την  πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού που κλόνισε παγκόσμια την αριστερά, η σκέψη και η οπτική της κατάφερε να διατηρήσει τα πρωτεία στην ελληνική κοινωνία «αναγκάζοντας» ακόμα και το συντηρητικό χώρο να αρνείται μέχρι πρόσφατα την ταμπέλα της δεξιάς «βαπτιζόμενος» κατά περίσταση είτε ως κοινωνικά φιλελεύθερος, είτε ως κεντροδεξιός πάντα όμως με «παρουσίαση» της ροπής προς το κέντρο και των αποστάσεων από τα δεξιά. Αυτή ήταν και η «επιταγή» του κόσμου παρά το ότι ουδέποτε κατάφερε να αποκτήσει ταξική συνείδηση ή να προσδιορισθεί με πραγματικούς όρους (Έχω καταθέσει την άποψη μου για αυτό στην ανάρτηση “Κλείνατε επί άκρα δεξιά. Η υπερσυντηρητική κατεύθυνσημιας «προοδευτικής» κοινωνίας”)
   Σήμερα, μετά την απογύμνωση της ελληνικής οικονομίας, την «ανακάλυψη» των χρόνιων ψεμάτων διακυβέρνησης και όλα όσα έχουμε βιώσει τα τελευταία δυόμιση χρόνια, ενώ κανείς θα περίμενε η αριστερή σκέψη και προοπτική να ηγείται της πρότασης για την επόμενη μέρα –ακόμα και σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον- παρατηρούμε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η λαϊκή οργή και αγανάκτηση δεν κατευθύνεται προς ένα αριστερό ρεύμα αλλά εγκλωβίστηκε σε ένα κοκτέιλ λαϊκισμού και γενικής κατακραυγής με την αριστερά παρούσα στο λαϊκισμό και στο χάιδεμα, παρούσα στον ιδεολογικό αχταρμά της εξωτερικευμένης αγανάκτησης,  αλλά σε δεύτερη μοίρα ως προς την παίδευση και τη χάραξη προοπτικής.
   Εγκλωβισμένη και η ίδια στο δικό της κατακερματισμό, τον διαγκωνισμό των αριστερών πρωτείων  και την ανεπάρκεια των ηγεσιών της να καταθέσουν πρόταση πάνω σε πραγματικές βάσεις και δεδομένα.  Την οικονομική κατάσταση, το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί και την θέση και σχέση επιρροών της χώρας στον παγκόσμιο χάρτη.
   Το ΚΚΕ περιχαρακωμένο στη δική του αλήθεια, αρνείται να αντιληφθεί ότι ο Βιομήχανος του χτες δεν έχει σχέση με τον dealerπαραγώγων του σήμερα και πως η παραγωγή πλούτου δεν περνάει μέσα από την υπεραξία αλλά από την κερδοσκοπία. Πορεύεται μόνο του με το επιχείρημα πως δεν μπορεί να συνυπάρξει με τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα ως κυβερνητική συνιστώσα με το επιχείρημα της διαφορετικής προσέγγισης στον Ευρωμονόδρομο , τις αγορές, τη θέση της χώρας στους διεθνής οργανισμούς ή ακόμα και την ίδια την πολιτική. Ακόμα και αν δεχτούμε πως η πρόταση του για κυβερνητική πολιτική μέσω της περιχαράκωσης και του απεγκλωβισμού από το διεθνές οικονομικό περιβάλλον σε συνδυασμό με  την εκμετάλλευση του παραγόμενου πλούτου και την εκ των βάθρων κρατικοποίηση για  είναι πρακτικά εφικτή στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, αυτή η πρόταση αγνοεί τη βασικότερη συνιστώσα.. Πως η Ελλάδα ουδέποτε από την πρώτη μέρα της σύγχρονης ιστορίας της ήταν ελεύθερο κράτος χωρίς προστάτες και χωρίς να ανήκει σε σφαίρες επιρροής ως ιδιότυπο προτεκτοράτο. Από τους Γερμανούς στους Άγγλους και από εκεί μετά το δόγμα Τρούμαν στον αμερικανικό παράγοντα, οι εξωτερικές παρεμβάσεις και η χάραξη της πολιτικής της ήταν άμεσα συνυφασμένη στο να εξυπηρετεί  την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Είναι εντελώς ουτοπικό να θεωρεί κάποιος σήμερα πως ο δυτικός παράγοντας δεν θα επέμβει με όλα τα όπλα του σε μια απόπειρα «αυτομόλησης». Και τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. Η «ευκαιρία» για το ΚΚΕ χάθηκε στη Βάρκιζα. Μόνο που έχουν περάσει πολλά πλέον χρόνια από τότε και το ακολουθεί σαν προπατορικό αμάρτημα καθορίζοντας ακόμα και σήμερα την κοσμοθεωρία του. Η άρνηση της πραγματικότητας δεν είναι πολιτική θέση ακόμα και αν υπάρχουν οι καλύτερες προθέσεις. Και ο εγκλωβισμός του ΚΚΕ στη στείρα άρνηση των πάντων με την εκ προοιμίου γνωστή θέση του σε οποιαδήποτε πρόταση δεν προέρχεται από αυτό, όχι μόνο δεν επηρεάζει αλλά μάλλον εξυπηρετεί έστω και ακούσια τον μετεξελιγμένο «προαιώνιο» εχθρό του.
   Ο Σύριζα με τον ΣΥΝ ως μετεξέλιξη του παλιού Συνασπισμού  δεν έχει πλέον καμία σχέση με το παρελθόν του. Το κόμμα που μπορεί να άγγιζε μετά βίας και οριακά το 3% που του επέτρεπε να μπει στη βουλή αλλά οι θέσεις του όχι μόνο προβλημάτιζαν αλλά «παίδευαν» με την ορθολογισμό τους την κοινωνία. Η απήχηση του ουδέποτε μετουσιώθηκε σε εκλογική άνοδο –ενδεχομένως ΚΑΙ γιατί το ΠΑΣΟΚ μπορούσε ακόμα να υπερασπιστεί την ψευδεπίγραφη σοσιαλιστική ταμπέλα του- υπήρξε όμως καταλυτική και η δυναμική του στην ιδεολογική κοινωνική οριοθέτηση ήταν καίρια. Ο εναγκαλισμός όμως των «ηγετικών» και προβεβλημένων του στελεχών (Δαμανάκη, Μπίστης, Κουναλάκης, κλπ.) με το Σημιτικό ΠΑΣΟΚ, την πιο δεξιόστροφη διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το 2009, και ως αποτέλεσμα αυτού την υπεράσπιση μιας πολιτικής που στην πράξη ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με την μέχρι τότε ιδεολογική τους τοποθέτηση, οδήγησε όχι απλά στην αναξιοπιστία αλλά μάλλον στην απαξίωση. Η μετά τον Αλαβάνο εποχή, μετατόπισε προς πιο ακραίες συνιστώσες την ιδεολογική πλατφόρμα και παρά τα επιχειρούμενα σίγουρα μακρύτερα από την ευρωπαϊκή αριστερά και πιο κοντά στο ΚΚΕ αλλά σε συνθήκες και επιχειρηματολογία που εγκλώβισαν και τα δύο κόμματα σε μια αντιπαράθεση απαξίωσης. Παράλληλα, η μονοδιάστατη και ακραία θέση σε ζητήματα όπως η πανεπιστημιακή ασυδοσία ή το μεταναστευτικό -με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Νομικής- που αποτελεί πλέον μείζον πρόβλημα καθημερινότητας για την ελληνική κοινωνία και ασφαλώς χρειάζεται λύση σε ανθρωπιστικό επίπεδο- οδήγησε στην περαιτέρω απομάκρυνση. Μπορεί ο καταγγελτικός λόγος να βρήκε ανοιχτά αυτιά στην κοινωνία, οι προτάσεις όμως απομάκρυνσης από την κρίση μέσα στην ευρωζώνη με 5ετή χάρη, επαναδιαπραγμάτευση, διαγραφή κλπ. που παρουσίασε –χωρίς να σταματήσει άτυπα να φλερτάρει με τις εκ διαμέτρου αντίθετες επιστροφής στη δραχμή- δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από ευχολόγια παρά πολιτική πρόταση.  Και αριστερά με ευχολόγια είναι μια σχέση ασύμβατη.
   Η ΔΗΜΑΡ, εκμεταλλεύτηκε το κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ με την στροφή προς τα δεξιά και αριστερά που αντίστοιχα ακολούθησαν.  Κι αν στην αρχή της δημιουργίας της ο ευρωπαϊκός αριστερός λόγος εμφάνιζε μια προοπτική, η καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ και η δυναμική εισροής ψηφοφόρων του προς τη ΔΗΜΑΡ που εμφανίζεται ως ο πιο όμορος χώρος, άρχισε να αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά της και να τη «μεταλλάσσει» ως ένα κομμάτι του ΠΑΣΟΚ που η απώλεια του κεντροαριστερού χαρακτήρα του, «νομιμοποιεί» το δικαίωμα της μετακόμισης. Η προοπτική να αποτελέσει εν δυνάμει κυβερνητικό εταίρο σε μια πιθανή κυβέρνηση συνεργασίας ώθησε σε θέσεις που αντιμετωπίζουν μεν την πραγματικότητα , παράλληλα όμως οι αντιφάσεις ήταν προφανείς. Δεν διεκδίκησε είσοδο στην Κυβέρνηση Παπαδήμου,  τάχτηκε ενάντια στο μνημόνιο 2 το οποίο και καταψήφισε ως ατελέσφορο αλλά αντέδρασε δηλώνοντας την απογοήτευση της στην καταψήφιση του ίδιου πακέτου στη γερμανική βουλή από  το μέλος του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς Die Linke.  Διακηρύσσει την αντίθεση της στο πελατειακό κράτος και τις στρεβλώσεις του παρελθόντος αλλά εντάσσει και συνεργάζεται πανηγυρικά με πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ που «φωτογραφίζουν» αυτό το παρελθόν (Παναγιώτου, Γιομπαζολιάς, Πασβαντίδης κ.α.) Ουσιαστικά δείχνει να πατάει σε δύο βάρκες και αν δεν επιλέξει τη μια, η ισορροπία θα γίνει του τρόμου γιατί είναι πιο ορατό να απομονωθεί και να καπελωθεί από τους πρώην πράσινους παρά να τους συντάξει.
   Την ίδια ώρα η πάλε ποτέ κραταιά αριστερή ελληνική διανόηση όχι μόνο δεν μπορεί να εμπνεύσει, όχι μόνο είναι απούσα, αλλά η σιωπή και το κρατικοδίαιτο παρελθόν των προβεβλημένων μεντόρων της των τελευταίων δεκαετιών και η καθεστωτική τους υπεροψία στους τομείς που υπερίσχυσε, την έχουν εντάξει στο σύστημα που χρειάζεται ξερίζωμα εκ των βάθρων.
  Εν κατακλείδι, αν επιμείνουν αυτές οι τάσεις και περιχαρακώσεις και αν η αριστερά δεν βρει έναν προσανατολισμό εντός πραγματικότητας και εκτός κομματικού δογματισμού, η  δημοσκοπική και ενδεχομένως εκλογική της άνοδο όχι μόνο θα είναι πρόσκαιρη αλλά η εκλογική μέθη της θα την οδηγήσει ακόμα πιο μακριά από την κοινωνία που όχι μόνο συντηρητικοποιείται  αλλά βλέπει την άκρα δεξιά να της κλείνει το μάτι. Μόνο που πλέον δεν αντιδρά αποκρουστικά αλλά της χαμογελά αυτάρεσκα…
 

Ελληνική αριστερά : Ο γιαλός είναι στραβός…

Στο ερώτημα που τίθεται γιατί η αριστερά όχι μόνο δεν εισπράττει την φυγόκεντρη τάση από τα δύο κόμματα εξουσίας, αλλά δεν κερδίζει καν την αποδοχή του να ηγηθεί στην έκφραση διαμαρτυρίας απέναντι στις συνέπειες πολιτικών ενός συστήματος που παραδοσιακά αντιπαλεύεται, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε μονομερής, ούτε αποκομμένη από το αντίστοιχο πρόβλημα της ευρωπαϊκής αριστεράς. Πάνω σε αυτό το ζήτημα έχουν γίνει δεκάδες προσεγγίσεις και αναλύσεις τόσο για το ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει σήμερα όσο και για τις ιδεολογικές αγκυλώσεις αλλά και την αποκομμένη από το παρόν λεκτική των επιχειρημάτων και των μορφών διεκδίκησης. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι πως οι φορείς της αριστεράς, στην προσπάθεια να δώσουν απαντήσεις στο συγκεκριμένο ζήτημα, δεν απαντούν στη βάση πως το ερώτημα τίθεται από την ίδια την κοινωνία, αλλά οι προσεγγίσεις τους βασίζονται στο να ικανοποιήσουν το ακροατήριο της τάσης που εκφράζουν . Απαντήσεις στο πλαίσιο ενός αριστερού εμφύλιου ηγεσιών που οι προσεγγίσεις δεν αποσκοπούν στο να δώσουν λύσεις, αλλά να απαξιώσουν την αντίθετη άποψη. Το ΚΚΕ απέναντι σε όλους, ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον εαυτό του, ο ΣΥΝ ούτε εντός, ούτε εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η λεγόμενη εξωκοινοβουλευτική αριστερά να διεκδικεί για τον εαυτό της πολύ μεγαλύτερο μέρος εξουσίας από αυτό που της αναλογεί . Μια μάχη ισορροπιών εσωτερικής κατανάλωσης που ουδόλως απασχολεί την κοινωνία. Ένα παιχνίδι εξουσίας που προκαλεί απέχθεια όχι μόνο σε όλο τον κόσμο που αυτοπροσδιορίζεται ιδεολογικά στην αριστερά και δεν ανήκει στην εκάστοτε κομματική νομενκλατούρα αλλά και σε όλους εκείνους που θα στήριζαν μια αριστερόστροφη κυβερνητική επιλογή. Αν οι σημερινές αριστερές ηγεσίες δεν καταφέρουν να βρουν ένα κοινό τόπο έκφρασης, προγράμματος και εκσυγχρονισμού, αν συνεχίσουν την αποξένωση από την υπόλοιπη κοινωνία πλην του στελεχιακού τους ακροατηρίου, και αν εν τέλει δεν κατανοήσουν πως δεν είναι ο γιαλός αυτός που φταίει αλλά η δική τους αδυναμία αυτοκριτικής και σύνθεσης, τότε θα έχουν χάσει ίσως και την τελευταία ιστορική συγκυρία να αποτελέσουν κυβερνητική πρόταση. Κυρίως όμως θα έχουν φροντίσει για την απαξίωση της αριστερής προοπτικής σε κοινωνικό επίπεδο. Μόνο που στην παρούσα συγκυρία αυτή η ήττα δεν περιορίζετε στην κομματική στενωπό αλλά είναι υπερβολικά επώδυνη για όλους μας..

Ελληνική Αριστερά. Έχει ήδη αργήσει πάνω από 30 χρόνια…..

Την ώρα που μετά την εκλογή Σαμαρά στην ηγεσία της ΝΔ το πολιτικό τοπίο στη χώρα κινείτε σε πορεία αλλαγών και μετατοπίσεων, η ελληνική αριστερά όπως εκφράζετε από τα δυο κοινοβουλευτικά κόμματα, για άλλη μια φορά κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Στο Σύριζα, η επιστροφή Αλαβάνου και η συνεχής κόντρα των τόσο αντίρροπων ρευμάτων, οδηγούν μάλλον σε διάλυση παρά σε σύνθεση. Τα χαρακτηριστικά που κάποτε έκαναν διακριτό το ρόλο του Συνασπισμού πρωτίστος και του Σύριζα αργότερα, όχι μόνο δεν υπάρχουν πια, αλλά κανείς δεν μπορεί να εντοπίσει ούτε μια κοινή ιδεολογική συνισταμένη. Το ΚΚΕ παραμένει πιστό στην πολιτική της άρνησης στο οτιδήποτε μπορεί να προκαλέσει συζήτηση ακόμα και μέσα στο κόμμα του περισσού. Στείρα άρνηση των πάντων και η ίδια δικαιολογία περί αντικομουνιστικού πολέμου από οτιδήποτε δεν συνάδει με τις επιλογές της ηγεσίας του.
Είναι σίγουρο πως η ελληνική δεξιά θα ανασυγκροτηθεί μέσα από τη δημιουργία του ηγετικού προφίλ του νέου αρχηγού της. Εξάλλου τόσο οι θέσεις του στα εθνικά θέματα, όσο και η αντι-νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της οικονομίας (που παραπέμπουν αρκετά στο πάλε ποτέ ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980), θα βρουν πολλά αυτιά σε μια ελληνική κοινωνία που μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτική, αλλά είναι γεμάτη συντηρητισμό και φοβικά σύνδρομα. Όπως είναι σίγουρο ,επίπονα μεν αλλά με το αίσθημα της κυβερνητικής αυτοσυντήρησης δε, πως και στο ίδιο το κυβερνόν κόμμα θα υπάρξουν οι ζυμώσεις διατήρησης των κεκτημένων και επαναπροσδιορισμός της πολιτικής του ιδεολογίας.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η ελληνική αριστερά θα αντιδράσει. Και με τον όρο αντίδραση δεν νοείτε η αντιδεξιά ρητορεία που παραπέμπει στον ελληνικό εμφύλιο. Η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων σήμερα ούτε τον εμφύλιο πόλεμο έχει ζήσει, ούτε τη δεξιά πολιτική των δεκαετιών 50-60 και τους αγώνες της τότε πραγματικής αριστεράς. Αντιθέτως έχει δει πολλά προβεβλημένα στελέχη της αριστεράς να αυτοαναιρούνται όταν καταλαμβάνουν κυβερνητικές θέσεις, και βλέπει μια πλήρη ταύτιση ανθρώπων της σημερινής αριστερής διανόησης με πολιτικές και αιτιάσεις της παγκοσμιοποίησης. Αν η ελληνική αριστερά δεν καταφέρει να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις και την περιχαράκωση της,αν δεν καταφέρει να αποβάλει τον αδιαπραγμάτευτο – ως η μόνη αλήθεια-λόγο της και αυτό να συμβεί ειδικά μέσα στις τάσεις της, αν δεν καταφέρει να προβάλει κυβερνητική αντιπρόταση, και κυρίως, αν δεν σταματήσει αντί να ανασυγκροτείτε, να επιλέγει το να κατακερματίζετε, Θα βυθιστεί ακόμα περισσότερο στην ανυποληψία και την περιθωριοποίηση. Δεν υπάρχουν περιθώρια χρόνου πλέον. Ήδη έχει αργήσει πάνω από 30 χρόνια….

Ας πεί κάποιος στην Αλέκα γιατί έπεσε το τείχος…

«Το Τείχος το επέβαλε ο ιμπεριαλισμός να υψωθεί και έγινε ακριβώς παραμονές, όταν τα νατοϊκά στρατεύματα απειλούσαν να εισβάλουν στο Βερολίνο, ιδιαίτερα βεβαίως στο Ανατολικό Βερολίνο, στο έδαφος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Και ρωτάμε: Δεν είχε δικαίωμα ένας λαός, μια εξουσία εργατική ή η οποιαδήποτε κυβέρνηση να σεβαστεί τα σύνορά της και να υψώσει το Τείχος μέσα στο έδαφός της;» ΑΛΕΚΑ ΠΑΠΑΡΗΓΑ πηγή In.gr

Η γραμματέας του ΚΚΕ μας δίνει για άλλη μια φορά την απάντηση στο ερώτημα γιατί το κόμμα της είναι περιχαρακωμένο στα ποσοστά του εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ενώ ο καπιταλισμός έχει απολέσει κάθε τι το ανθρώπινο για χρόνια. Ίσως τελικά το ερώτημα να μην είναι το γιατί τα ποσοστά είναι χαμηλά, αλλά το αντίστροφο.. Το πώς είναι δυνατόν τόσοι άνθρωποι να το ψηφίζουν. Αλήθεια, πόσο αριστερή είναι η «νομιμοποίηση» ενός τείχους που χώριζε ανθρώπους ; Και πόσο γελοία και άκαιρη γίνετε μια τέτοια οπτική στις μέρες μας που παραπέμπει στην Pravda της περασμένης όμως εικοσαετίας.. Η αριστερά δεν ηττήθηκε με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ηττήθηκε ένα φασιστικό σύστημα που με πρόσχημα την αριστερά είχε επιβληθεί στους λαούς της ανατολικής Ευρώπης σε ένα παιχνίδι «πόκερ» ανάμεσα στις τότε υπερδυνάμεις. Και το σύστημα της πάλε ποτέ κρατταιάς Ανατολικής Γερμανίας και της Στάζι ήταν ακριβώς τέτοιο. Τώρα, αν για την ηγεσία του ΚΚΕ η ιστορία σταμάτησε την ημέρα της πτώσης του τοίχους, για την πραγματική αριστερά η ιστορία ίσως τότε να αρχίζει. Όμως η απόσταση ανάμεσα στην αριστερά και το ΚΚΕ είναι πολύ μεγαλύτερη από την απόσταση που χώριζε το ανατολικό με το δυτικό Βερολίνο. Και εκεί το τείχος έπεσε….