Κρίση: O «αγανακτισμένος» λαϊκισμός της νεοελληνικής αρένας. Από την «αγανακτισμένη» μούντζα ως πολιτική στάση στα γιαούρτια της «αγανάκτησης». Και έπεται συνέχεια..

  Αγανάκτηση!! Οργή!! Κρεμάλες!! Γουδί (με γνώση ή άγνοια του “’όρου”.. )  Ελικόπτερα!!  Μαζί με τους οικονομικούς όρους που μπήκαν στη ζωή μας, προστέθηκαν και «νέες» λέξεις.  Με μεταφορικό νόημα, αλληγορία, αλλά με ένα κοινό παρανομαστή. Τον άκρατο λαϊκισμό και την ανάδειξη ηθών που κρύβαμε κάτω από το χαλί.  Από τον επιτηδευμένο καθωσπρεπισμό της επίπλαστης ευμάρειας και της επίδειξης νεοπλουτισμού, στην  πολιτική της αρένας. Ίδιοι άνθρωποι, ίδια «κρυμμένα» ήθη, άλλες συμπεριφορές.  Ο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε..» έγινε αγωνιστής φωνάζοντας «κουφάλες έρχονται κρεμάλες» ανακαλύπτοντας με κατάθλιψη την πραγματική του θέση στην ταξική πυραμίδα που χρόνια προσπαθούσε να ξορκίσει στο καταναλωτικό όνειρο τις περασμένης εικοσαετίας. Η λογική, ίσως το πιο αυτονόητο εργαλείο σκέψης  και κυρίως ΠΡΑΞΗΣ όχι μόνο έχει πάψει να υφίσταται αλλά μεταμορφώθηκε σε κραυγή και συνονθύλευμα ανισορροπίας. Ίσως γιατί ποτέ δεν μάθαμε στη σύνθεση και πως αυτή γίνεται ως αποτέλεσμα λογικής ακολουθίας.
   Σήμερα,  Αριστεροί υιοθετούν τον Πάνο Καμμένο που αποτελεί τον «κόκκινο Ντάνι» της μεταμνημονιακής γενιάς..  Ο Μανώλης Γλέζος γίνεται το έμβλημα ενάντια στην κρατική καταστολή από Δεξιούς, ο Καζάκης και ο Βαρουφάκης οι μέντορες της φυλής υπερκομματικά, φωστήρες που έχουν την εύκολη λύση παρελαύνουν και αποθεώνονται.. Ο λαός ζητάει ενόχους. Το γιαούρτωμα  στο Νταλάρα αποτελεί αντιμνημονιακή και πολιτική στάση με μειδίασμα και χαμόγελο από την κοινή γνώμη που δεν μπορεί να συγχωρήσει τον πλούτο που η ίδια έδωσε.  Kαι ανεξαρτήτως του τι είναι σαν χαρακτήρας, ποιες είναι οι θέσεις και η στάση του ή όχι – η προσωπική μου άποψη μου για τον ίδιο δεν είναι και αυτό που λέμε η καλύτερη- αλλά τα απέκτησε δουλεύοντας και από εμάς που τιγκάραμε όπου πήγαινε και τραγουδούσε.  Στην κοινή γνώμη όμως η μαγκιά είναι το γιαούρτωμα του όχλου και όχι του ενός που συνέχισε αγνοώντας την αρένα.. Νέα ήθη με αποκαθήλωση των νεοελληνικών  ειδώλων σαν τον ξιπασμένο Κωστόπουλο που ναι ότι και να ακούγεται ή και να του έχει προσάψει κανείς έχει μεγάλη δόση αλήθειας. Μόνο που η μαγκιά είναι να χτυπάς τον άλλο όταν είναι δυνατός και όχι όταν χαιρέκακα τον βλέπεις στο πάτωμα. Ειδικά όταν για χρόνια προσπαθούσες να λειτουργήσεις σαν «μικρός Κωστόπουλος» στο μέτρο των δυνάμεων σου.
   Ξεκινώντας από το κίνημα των αγανακτισμένων ραντεβού των 8 και των κυριακάτικων απογευμάτων του νεοελληνικού  Μάη του 68, η μούντζα προς τη βουλή έγινε πολιτική θέση. Τα mediaήταν πρόθυμα να αγκαλιάσουν τα νέα ήθη.  Η παραγωγή πολιτισμού δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο. Η πελατεία πήγε στην « πλατεία»,  αγανάκτησε και ζητάει χάιδεμα. «τι να κάνει ο κόσμος, αντιδρά, είναι υγεία. Σηκώθηκε επιτέλους από τον καναπέ. Θυμήθηκε το αγωνιστικό του παρελθόν»  Το πολυτεχνείο, την υποδοχή του Καραμανλή από την αγωνιστική «αυτοεξορία», τον Αντρέα με τους συντρόφους της αλλαγής. Μέχρι και για το Ευρωμπάσκετ του 87  και την ομόνοια του Ελληνικού λαού ακούσαμε… Οι προπηλακισμοί και η βία απέναντι στους γνωστούς μας βουλευτές που κρύβονταν από τα γραφεία τους που είχαμε περάσει για το ρουσφέτι μας, έγινε κάτι αναμενόμενο. Τι κι αν τους είχαμε ψηφίσει δυόμιση χρόνια πριν παρ, ότι ξέραμε ότι κάτι «μύριζε». Μας έταξαν λεφτά. Και στο νήπιο ότι τάξεις πρέπει να το πάρει. Εξάλλου και οι ίδιοι στην πλειοψηφία τους μας μίλαγαν για τη δικαιολογημένη μας αγανάκτηση.  Για το λαό που κάνει θυσίες και κάποιοι άγνωστοι τον έφεραν ως εδώ. Για το πελατειακό κράτος που  πρέπει να αλλάξει. Κι ας ήμασταν όλοι μέτοχοι και πελάτες αυτού του κράτους στο βαθμό που ο καθένας μπορούσε. Και αυτοί χαϊδεύοντας.  
   Μέσα σε ένα χρόνο η βία, λεκτική ή σωματική, ωμή πάντως σε όλες τις περιπτώσεις, έγινε το αποδεκτό συνώνυμο της αντίστασης.  Δεν ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε αλλά ξέρουμε ότι όλοι είναι κλέφτες. Δεν θέλουμε το μνημόνιο αλλά ούτε και τη χρεοκοπία. Θέλουμε να καεί το μπουρδέλο η Βουλή με όλους μέσα όσους ψηφίσαμε, μας βόλεψαν, μας έκαναν χατίρια ανομίας –γιατί και ο διορισμός μας χωρίς αξιολογικά κριτήρια ανομία είναι-  αλλά να καεί στο όνομα της Δημοκρατίας…  Τα αιτήματα μας είναι ολοκληρωτικά και με τη λογική χουλιγκανισμού που χρόνια θρέψαμε.  Δεν ζητάνε λύσεις, δεν ζητούν κάτι συγκεκριμένο. Θέλουμε μαγικά να ξυπνήσουμε στο χτες. Πληρώσαμε τα μέτρα, το χαράτσι και όλες της συνέπειες της αποτυχημένης πολιτικής δύο χρόνων που δεν ήθελε να μας αγγίξει ως πελάτες και πλέον απαιτούμε τη δικαίωση. Ηαυτοκριτική μας τελείωσε στο γκισέ της ΔΕΗ και δεν αφορούσε την προσωπική διαδρομή μας.  Για τα πάντα φταίνε οι άλλοι. Όπως και πριν που δεν είχαμε τα σημερινά προβλήματα αλλά και με κανένα γείτονα μας καλές σχέσεις. 
   Όχι δεν είμαι αιρετικός. Ούτε μου αρέσει το Politically correct. Ασφαλώς και η αγανάκτηση είναι υπαρκτή, και το σύστημα σάπιο. Ασφαλώς και οι ένοχοι πρέπει να πληρώσουν. Και ασφαλώς  υπάρχουν πλέον πάρα μα πάρα πολλοί συνάνθρωποι μας, άνεργοι, φτωχοί χωρίς καν τα βασικά αγαθά διαβίωσης, παιδιά που λιποθυμούν από την πείνα σε ένα ανύπαρκτο κράτος δικαίου. Θύματα του βολέματος των υπολοίπων μας  που νομιμοποιούνται να αντιδράσουν όπως και αν η απόγνωση τους μεταμορφώσει την οργή. Μόνο που δεν είναι αυτοί που έχουν υιοθετήσει τα νέα ήθη μας. Παραμένουν αθέατοι όπως παρέμεναν και όλα αυτά τα χρόνια σε μια κοινωνία που στρουθοκαμήλιζε πως δεν υπήρχαν και σήμερα έσπευσε να ξαναχρησιμοποιήσει τη φρίκη τους ως επιχείρημα για τα απολεσθέντα της. Και αντί να κοιτάξει στον καθρέφτη να δει το χάλι της, κοιτάει παλιές φωτογραφίες και αναπολεί.. Έτοιμη να εκμεταλλευτεί τη μυστικότητα της ψήφου για να μπορέσει μεθαύριο να προπηλακίσει τους νέους κλέφτες που θα έχει αναδείξει μήπως την ξαναβολέψουν στη χώρα των θαυμάτων της. Μόνο που αυτή η χώρα βρίσκεται ήδη στην εντατική και με ορό και εμείς κοιτάμε το χρώμα του δωματίου ..
Advertisements

Σε βήτα ενικό

Δεν συνηθίζω να αναδημοσιεύω αναρτήσεις. Η συγκεκριμένη είναι απο το blog 7 σε παίρνει αριστερα και αφορα το θέμα των κινητοποιήσεων του “κινήματος των αγανακτισμένων”. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τη συντακτρια για την αδεια της αναδημοσίευσης ενός κειμένου που βρήκα εξαιρετικό και που συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί -μιας και το ζήτημα της οπτικής απέναντι στη μορφή αυτής της κινητοποίησης  έχει «διχασει» ακόμα και όσους κινούμαστε στο ίδιο «μετερίζι»– δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αλήθεια του.

Σε βήτα ενικό

Όχι βρε φίλε. Δεν ήμουν εκεί. Ακόμα δεν είμαι εκεί. Δεν είναι ότι θέλω να είμαι εδώ. Ούτε και εδώ είμαι .Και με ρωτάς γιατί. Γιατί εκεί ήταν ο γείτονάς μου. Εκείνος που τυχαία, σε μια λαϊκή μου είπε » Μια χαρά είναι τα ΜΑΤ. Και μόνο που κάθε μέρα χτυπιούνται με τους αναρχικούς, πολλά κάνουν.» Και ήταν εκεί και εκείνος ο νεαρός που δε θυμάμαι το όνομά του. Εκείνος που συναντάμε στο πάρκο, στη βόλτα με τα σκυλιά. Εκείνος που μόλις είδε τον Αιγύπτιο με το σκυλί του τον ρώτησε με τον εξυπνακίστικο τρόπο του «το μάζεψες να το παχύνεις για να το φας;» Και ξέρεις φίλε. Ο Αιγύπτιος είχε μαζέψει ένα αποστεωμένο, κακοποιημένο σκυλί από το δρόμο ενώ ο νεαρός έσκασε το μηνιάτικο στο πετ σοπ για τη ράτσα. Και ήταν εκεί και εκείνη η συνάδελφος. Εκείνη που σνομπάριζε κάθε απεργία, μη «χάσει το μεροκάματο»και την ισιωτική στον κομμωτή.Εκείνη που σήμερα μου έκανε κήρυγμα για τον καναπέ.Και ήταν εκεί και εκείνος που σε κάθε χτύπημα των μπάτσων μιλούσε για αυτοπροστασία από αλήτες, περιθωριακά στοιχεία και τρομοκράτες.Και ήταν ακόμα και εκείνος που στις επόμενες εκλογές θα αναζητήσει καταφύγιο σε μια καινούρια ή και ίδια κοινοβουλευτική λύση.Εκείνος που καταδικάζει τη βία απ’όπου και αν προέρχεται ακόμα και αν προέρχεται από τον κολασμένο. Εκείνος που είδε κοινωνικά απόβλητα στα χέρια των μεσήλικων που μάτωσαν το κεφάλι του Χατζηδάκη ή έσκισαν τη μπλούζα του Παναγόπουλου.

Δεν ήμουν εκεί για τον ίδιο λόγο που δεν ήμουν εκεί με το μαύρο μπλουζάκι τον Αύγουστο του 2007 να κλαίω για τα καμμένα την ίδια ακριβώς στιγμή που καίγονταν.

Όχι φίλε. Δεν είμαι ελιτίστρια. Δεν είναι που ξέρω πού βρίσκονταν οι παραπάνω ως σήμερα. Μπορώ να παραβλέψω τον περασμένο τους λήθαργο, μπορώ να ξεχάσω την αλαζονεία τους σε κάθε δακρυγόνο, σε κάθε γκλοπιά σε σύντροφο, σε φοιτητή, σε εργάτη, μπορώ να ξεχάσω το χλευαστικό τους ύφος σε κάθε άκουσμα προσαγωγής και σύλληψης. Μπορώ να κλείσω τα αφτιά στον οτινανισμό και να αφουκραστώ το ετερόκλητο πλήθος. Είναι που φοβάμαι το που θα είναι αυτοί αύριο. Είναι που φοβάμαι το άτακτο σκόρπισμα σε μια ανακοίνωση αύξησης μισθών και επιστροφής κρατήσεων. Βλέπεις ο φιλήσυχος πολίτης δε δίνει σημασία όταν βλέπει καθημερινά να λείπουν μερικά ψιλά από το πορτοφόλι του. Μπορεί να το ανέχεται για χρόνια αλλά αγανακτεί μόνο όταν του κλέψουν ολόκληρο το πορτοφόλι και ας έχει ήδη αδειάσει. Είναι που μπορεί να αντέξει κάθε χούντα αλλά αγανακτεί μπροστά στην οικονομική υποδούλωση. Είναι που μπορεί να ανεχθεί κάθε αφεντικό ίδιας «φυλετικής» προέλευσης αλλά εξοργίζεται μπροστά στον ξένο τύραννο.Είναι που μπορεί να κοιμάται μακάριος αλλά θίγεται το πατριωτικό του φιλότιμο μόλις τον κατηγορήσουν ότι κοιμάται. Είναι που μπορεί να αντέξει καρτερικά κάθε ιδεολογική μέγγενη, να αντέξει τις σφαίρες στα πόδια, το μπαρούτι στο μυαλό αλλά να ασφυκτιά μπροστά στην οικονομική στένωση.

Όχι, δε μπορούσα να με δω εκεί. Πώς θα μπορούσα να με φανταστώ μέσα στο πατριωτικό ντελίριο και τον ιστορικό συμπλεγματισμό; Μέσα στις politically correct εκκλήσεις και τις επικλήσεις στον αυτοσεβασμό;

Και  όταν θα’μαι εκεί θα είμαι παρέα με την ιδεολογία μου. Γιατί ξέρεις, η ιδεολογία δεν είναι αξεσουάρ που το αφήνεις σπίτι όταν δεν ταιριάζει στο ντρεςς κόουντ της εκδήλωσης. Και θα’μαι εκεί με την οργή μου, το στρεβλωμένο μου μυαλό και τη συγχωρεμένη μου αυτοσυγκράτηση.Και θα’μαι εκεί με τη μάσκα μου, με την πέτρα, το μπουκάλι, τη βαριοπούλα και όποιο διαθέσιμο μέσο βρεθεί. Όχι γιατί είμαι ατρόμητη ή γενναία αλλά ακριβώς γιατί φοβάμαι. Γιατί μετρώ το φόβο μου σε κάθε μου ρυτίδα έκφρασης σε κάθε πετάρισμα των βλεφάρων. Και αυτό το φόβο δε θέλω να τον συμμεριστούν. Θέλω να τον φοβηθούν. Ξέρεις, τα σκυλιά όταν φοβούνται ή το βάζουν στα πόδια ή ανοίγουν τα πόδια ή ορμάνε και δαγκώνουν. Και αν θα’μαι εκεί δε θα΄μαι για «να είμαι και εγώ εκεί» αλλά θα είναι για να μη φύγω. Όχι για να μη χάσω το ραντεβού με την ιστορία, όχι για μια αράδα στο βιογραφικό, όχι για να μη μετανοιώσω που έχασα το ιβέντ. Όχι για τη βάρδια πριν και μετά τη δουλειά αλλά ακριβώς για την ώρα της δουλειάς.

Μόνο μη μου μιλάς για επανάσταση. Μου θυμίζεις τον κυνηγό που βγαίνει για εκπαιδευτικό με το κουτάβι και τα κατευθυνόμενα θηράματα και καυχιέται για το κίλλερ λαγωνικό του. Μίλα μου για την ευκαιρία μιας γενικευμένης κοινωνικής απεύθυνσης , μίλα μου για το γκάζι για τη φωτιά. Μίλα μου για την αισιοδοξία να γίνει η ανοιχτή αμεσοδημοκρατική συνέλευση το βίωμα σε κάθε γειτονιά, σε κάθε τετράγωνο, σε κάθε σπίτι. Μίλα μου για ελπίδα αλλά μη γυρίζεις το βράδυ χαρούμενος. Δε θυμάμαι ποτέ να γυρίσαμε χαρούμενοι μετά από καμία πορεία, από καμία διαδήλωση. Μίλα μου για κάτι που ψυχανεμίζεσαι ότι μπορεί να αλλάξει στο μυαλό, μίλα μου για το κλείσιμο του ματιού από ένα θυμικό που επιτέλους συμφιλιώνεται με την εγγενή οργή του αλλά μη μου μιλάς για «πειθαναγκασμό μιας νέας, έτοιμης και δεκτικής μάζας» Γιατί αν δε σου φτάνει μια μικρή εστία πολέμου στο άλλο ημισφαίριο της γης για να βγεις και να ουρλιάξεις, αν δε σου φτάνει η καταστολή στη δίπλα ρούγα, αν δε σου φτάνει ένα «μεμονωμένο περιστατικό» στις πλάτες κάποιου αγνώστου με κουκούλα, αν δε σου φτάνει ο «εξοστρακισμός μιας σφαίρας» στο κορμί ενός παιδιού, αν δε σου φτάνει το σκοτάδι ενός κελιού κληροδότημα σε κάποιον πρώην ανώνυμο και νυν επώνυμο που τόλμησε να μιλήσει, αν δε φτάνει η ίδια η ζωή ή η απουσία αυτής για να πειστείς, δε θα σου φτάσει η κάθε ή ο κάθε «ερωτευμένος σχιζοφρενής» για να σε πείσει.

Θα είμαι εκεί. Στο δρόμο, στην πλατεία, στην ταράτσα και όπου χρειαστεί. Αλλά θα είμαι εκεί με τις δικές μου προσλαμβάνουσες στην ίδια όμως πραγματικότητα. Παρέα με τις δικές μου ιδεολογικές αγκυλώσεις και αυταπάτες.

Και ελπίζω αύριο να έρθεις να μου χτυπήσεις την πλάτη, με εκείνο το βλέμμα της δικαίωσης. Να με κατηγορήσεις για αρτηριοσκληρωτισμό και άκρατο σεχταρισμό και να σου πω ένοχα «είχες δίκιο». Αλλά μέχρι αύριο να ξέρεις ότι θα’μαι εκεί, με εκείνους που δεν περιμένουν να δουν τον εξανθρωπισμό της εξουσίας αλλά ποθούν να τη δουν δυο μέτρα κάτω από το φλοιό της γης.

 

Η αγανακτισμένη «επανάσταση» των γεμάτων πλατειών μα κενών αιτημάτων

Σήμερα ξυπνήσαμε όλοι υπερήφανοι.  Σηκωθήκαμε από τον καναπέ, και δώσαμε το μεγάλο παρόν στις πλατείες και τους δρόμους. Ξυπνήσαμε.  Θα γεμίσουμε το Facebook με like, τα μπλόγκ μας με φωτογραφίες από τη λαοθάλασσα  που τρόμαξε τους πάντες και έδωσε μια σκληρή απάντηση στους Ισπανούς . Η Ελλάδα δεν κοιμάται, ήταν εκεί και διεκδικούσε.. Τι άραγε;  Την απάντηση στους Ισπανούς ότι δεν κοιμάται; Γιατί αυτή ήταν η αφορμή. Η απάντηση στους Ισπανούς που προσέβαλαν τους  περήφανους Έλληνες. Απάντηση με τα γνωστά στοιχεία έπαρσης που μας χαρακτηρίζουν όταν μας θίγουν οι δυτικοί που θεωρούμε πως ανήκουμε. Αλλά οι όμοιοι ταξικά δυτικοί. Αυτοί που μάλλον μας έκαναν να αισθανθούμε «ένοχοι » γιατί δεν είχαν άδικο.  Δεν αποτέλεσε αφορμή το να βγούμε στους δρόμους όταν οι αντίστοιχοι ευρωπαίοι της τρόικα  αλλά όχι όμοιοι μας καταφθάνουν και μας προσβάλουν κουνώντας μας το δάκτυλο με το στόμφο του αποικιοκράτη στους ιθαγενείς. Δεν αποτέλεσε αφορμή το ότι ψηφίστηκε ένα μνημόνιο μέσα σε συνθήκες που προσέβαλαν την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Δεν αποτέλεσε αφορμή το ότι είμαστε μια χώρα προσημειωμένη που ψάχνει για αγοραστές εν μέσω λοιδορίας.  Δεν αποτέλεσε αφορμή το ότι καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις και περνάμε σε καθεστώς δουλοπαροίκων. Και ο κατάλογος των αφορμών είναι μακρύς και ντροπιαστικός. Αλλά όχι πιο ντροπιαστικός από το ότι μαζευτήκαμε γιατί μας είπαν κοιμισμένους και όχι για αυτά που μας τσακίζουν.  
    Μιλάμε από χτες για ομοψυχία.  Γιατί οι πλατείες γέμισαν από μη κομματικούς συμβολισμούς. Για κάτι που θα έπρεπε κάτω απο τις σημερινές συνθήκες να είναι προαπαιτούμενο.Μόνο που η ομοψυχία και η αδελφοσύνη δεν είναι ζήτημα κομματικών οριοθετήσεων αλλά συμπεριφοράς απέναντι στο διπλανό μας στη δουλειά που του ακονίζουμε την καρέκλα σε ένα πόλεμο επιβίωσης, συμπεριφοράς σε αυτόν που απεργεί γιατί χάνει τη δουλειά του αλλά η κινητοποίηση του μας  «ταλαιπωρεί» και μας «ενοχλεί» γιατί τα ΜΜΕ μας ενημέρωσαν πως είναι συντεχνιακά προνομιούχος, συμπεριφοράς απέναντι  στην αποδοχή της συνδικαλιστικής μας εκπροσώπησης από κομματικούς εγκάθετους που δεν απομονώνουμε αλλά τους στηρίζουμε γιατί μέσω αυτών έχουμε τις «άκρες» μας για την επαγγελματική μας άνοδο, συμπεριφοράς  απέναντι στο διπλανό μας καταστηματάρχη  που κλείνει λόγω κρίσης αλλά που δεν στηρίξαμε.
   Ναι η πολιτική συμπεριφορά ανάξιων πολιτικών μας έχει αγανακτήσει. Ναι η κατάσταση έχει φτάσει προ πολλού στο μη παρέκει.  Ναι είμαστε αγανακτισμένοι αλλά μήπως είμαστε με τους εαυτούς μας; Αλήθεια στις μετά μνημονίου δημοτικές εκλογές πώς ψηφίσαμε; Αύριο πόσο από το ποσοστό των χτεσινών αγανακτισμένων όχι μόνο θα ψηφίσει ΠΑΣΟΚ και ΝΔ αλλά θα «σταυρώσει» τον κάθε Λοβέρδο, Παπακωνσταντίνου, Παπαθανασίου, κλπ.;
Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλει  πως η κάθοδος ανθρώπων για να διαμαρτυρηθούν είναι κάτι θετικό.  Έχουμε περάσει σε μια νέα εποχή που η τεχνολογία και τα κοινωνικά δίκτυα μας προσφέρουν την αμεσότητα  της πληροφορίας και τον εκμηδενισμό του χρόνου. Μόνο που οι διαμαρτυρίες πρέπει να έχουν αίτημα, θέση και πρόταση. Ναι θα παραμείνουμε στις πλατείες μέχρι να συμβεί κάτι που ζητάμε. Πραγματικό, συγκεκριμένο. Διαφορετικά, απλά είμαστε στο δρόμο προς μια απολιτίκ κοινωνία που είναι αγανακτισμένη αλλά δεν διεκδικεί, δεν πράττει, δεν απεργεί υπό τον προσωπικό φόβο της απώλειας του μισθού της , και «αγωνίζεται»  μέσω των στάτους, και απογευματινής βόλτας. Που ικανοποιείται να ακούει πως ξύπνησε την ώρα που το σύστημα που θέλει να πολεμήσει θα τη «σκεπάζει» χαμογελώντας..