Δημοκρατία, Ευρωπαϊκό κεκτημένο, και Πολιτικός κόσμος. Όταν ο λαϊκισμός και η βία οδηγούν στην «κόλαση» των άκρων

   Όλοι μας κατά καιρούς έχουμε “ειρωνευτεί” το επίπεδο της Δημοκρατίας στον τόπο μας. Άλλοτε με σκεπτικισμό, άλλοτε με ένα γαμώτο, άλλοτε ¨πνιγμένοι” από τα κακώς κείμενα που μας τροφοδοτεί η “θεσμική” καθημερινότητα, πάντοτε όμως μιλώντας εκ του ασφαλούς και με τη σιγουριά πως η επόμενη μέρα δεν θα μας βρει «στο γύψο». Γιατί παρά τα εκατοντάδες προβλήματα και τα μεγάλα ερωτηματικά για την ποιότητα της η κοινοβουλευτική Δημοκρατία ευτυχώς ακόμα υπάρχει και μόνο αυτονόητη δεν είναι. Κι αν η ευμάρεια της τελευταίας τριαντακονταετείας μας έκανε να το ξεχάσουμε, η οικονομική κρίση της τελευταίας τριετίας και τα αποτελέσματα της στον κοινωνικό ιστό μας θυμίζουν κατακλυσμιαία το πόσο εύθραυστη είναι.
   Θα μπορούσε να πει κανείς πως εν έτη 2012 το να αναφέρεται κανείς σε συνταγματικές εκτροπές, χούντες και ολοκληρωτικά καθεστώτα αποτελεί ή φαντασιοπληξία ή συνομοσιολογία. Θα συμφωνούσα απόλυτα με έναν τέτοιο χαρακτηρισμό αλλά με μια σημαντική προσθήκη. Και αυτή δεν είναι άλλη από το «μέσα στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο». Γιατί ο σημαντικότερος λόγος που η χώρα περνάει την πιο μακρά περίοδο δημοκρατίας από καταβολής της δεν είναι άλλος από το ότι ανήκει στον πυρήνα της ΕΕ. Με εκατοντάδες αντίστοιχα ενστάσεις για το πόσο ενωμένη είναι η Ευρώπη, με μεγάλα επίσης ερωτηματικά για την ποιότητα της, δεν παύει όμως να αποτελεί το θεματοφύλακα της Δημοκρατίας για τους «εντός»..
   Οι εκλογές της άνοιξης έφεραν μέσα στο ναό του κοινοβουλευτισμού – για πολλούς από τους συμπολίτες μου γνωστό και ως μπ…λο, αλλά για μένα & αρκετούς ακόμα άλλους ως ιερός τόπος διαφύλαξης της ελευθερίας- τη ΧΑ. Θα μπορούσε να ήταν μια ψήφος ακραίας αντίδρασης και να μην μας απασχολούσε αν δεν συνοδευόταν από μια γενικότερη κοινωνική στροφή προς τα άκρα και τη δημοκρατική απαξίωση. Μια κοινωνική πεποίθηση για την «ξεπερασμένη δημοκρατία των προδοτών», της «κατοχής», του οράματος για νέο «Γουδί», του «τέτοια δημοκρατία δεν τη θέλω, καλύτερα να διαλυθούν τα πάντα».. Μια κοινωνική νομιμοποίηση της βίας, του σκοταδισμού και της ανομίας στο όνομα της πατρίδας της θρησκείας και της οικογένειας που δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί την αγία τριάδα της πλειοψηφίας. Μια επιστροφή -ίσως και «απελευθέρωση»- στην άρνηση της ιδιαιτερότητας, της ξενοφοβίας και οποιουδήποτε δεν συνάδει με τον ελληνικό μύθο.
   Η μέχρι τώρα απάντηση του δημοκρατικού πολιτικού κόσμου απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη οπισθοδρόμηση είναι τα αμήχανα ευχολόγια και η τηλεοπτική καταδίκη. Το ζήτημα της ΧΑ δεν ήρθε για συζήτηση στην ολομέλεια για λόγους διαδικασίας χάνοντας όμως την ουσία. Η Κυβέρνηση αντί να ασχοληθεί επιτέλους σοβαρά με το μεταναστευτικό οργανώνει τον «ΞΕΝΙΟ ΔΙΑ» σαν να προσπαθεί να υποκαταστήσει την ανομία και την αστυνόμευση που οι πολιτικές της «παραχώρησαν». Κυρίως όμως σαν να απαντά ότι είναι εξίσου ικανή στο να δίνει λύσεις όσο οι τραμπούκοι!!!! Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται σε ένα άκρατο λαϊκισμό, «ξεχνώντας» πως ο λαϊκισμός αποτελεί προνομιακό πεδίο των άκρων και πως οφείλει να είναι σύμμαχος με όλα τα λεγόμενα αστικά κόμματα στον αγώνα διαφύλαξης της δημοκρατίας και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Κυρίως όμως, επειδή αποτελεί αξιωματική αντιπολίτευση, να σταθεί απέναντι στην εκτροπή την ανομία και τη βία από όπου και αν προέρχεται όταν η αγανάκτηση και η οργή βρίσκονται σε οριακή κατάσταση. Διαφορετικά θα φέρει και αυτός ακέραια ευθύνη στην περαιτέρω καλπάζουσα άνοδο των άκρων.
  Σήμερα οι μέρες που ζούμε περισσότερο από ποτέ έχουν άμεση ανάγκη δημοκρατικής αυτοπροστασίας. Ο πολιτικός κόσμος οφείλει καθημερινά να λειτουργεί με αυτό το γνώμονα. Η οικονομική κρίση μας έχει οδηγήσει σε έναν αγώνα να περισώσουμε την αξιοπρέπεια μας. Δεν μπορεί να υπάρξει όμως αξιοπρέπεια χωρίς ελευθερία. Σίγουρα γνωρίζουμε όλοι πως δεν ζούμε στο δημοκρατικό παράδεισο. Ακόμα και αυτός όμως μας παρέχει τη δυνατότητα ακόμα και στην παρούσα συγκυρία να αξιοποιήσουμε το αγαθό της ελευθερίας. Αν επενδύσουμε σε αυτή, η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο θα παραμείνει ζωντανή. Αν όμως επενδύσουμε στο λαϊκισμό, τη βία και την αντιπαράθεση τότε παίζουμε το παιχνίδι των άκρων στον προνομιακό τους χώρο. Και θα είναι αργά στην κόλαση τους να αναζητούμε το χαμένο μας παράδεισο..

ΥΓ. Τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης  που τόσο έχουμε γίνει ειδήμονες μιας και έχουμε εξαντλήσει τη γνώση της ελληνικής ιστορίας… ΔΕΝ ακολούθησε ούτε η ανοιχτή δημοκρατία ούτε ο σοσιαλισμός αλλά ο Χίτλερ. Στην υπόλοιπη τότε Ευρώπη, ο Μουσολίνι, ο Φράνκο ο δικός μας Μεταξάς κ.α. Αν μας εκλύει τόσο η αναγωγή σε εκείνες τις μέρες που καθημερινά πλέον αναφέρονται, ας μην ξεχνάμε και την συνέχεια…

 

Advertisements

Νεοφασισμός στην Ελλάδα. Φασισμός ναι αλλά καθόλου νέος…

        Ο όρος του «νεοφασισμού» που εσχάτως με την άνοδο, την εδραίωση, και κυρίωςτην αποδοχή των πρακτικών της Χρυσής Αυγής έχει για τα καλά μπει στην καθημερινότητα, και στα δύο συστατικά του είναι εντελώς λανθασμένος. Κι αν για το φασισμό, που αφορούσε ιδεολογικό κίνημα στην Ιταλία του Μουσολίνι ο όρος έχει πλέον καθιερωθεί παγκόσμια ως συνώνυμο των πρακτικών του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της φυλετικής καθαρότητας και ανωτερότητας, του ακραίου συντηρητισμού, της προσκόλλησης στην παράδοση κλπ. στη χώρα μας μόνο νέος δεν είναι…  

Προσθήκ

   Τόσο ιδεολογικά όσο και ως στάση ζωής ουδέποτε έλειψε από την ελληνική κοινωνία. Ιδεολογικά ήταν πάντα εδώ καλυπτόμενος όμως από ιδεολογήματα όπως της «λαϊκής δεξιάς» και του «πατριωτικού Πασόκ» ( μιας και μετά την πτώση της χούντας -με εξαίρεση την ΕΠΕΝ στα τέλη της δεκαετίας του 70- η αναφορά σε κάθε τι με ακροδεξιά εμφάνιση δεν έβρισκε πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσει.    
   Η έννοια της ανωτερότητας του έθνους σε σχέση με τα γειτονικά κράτη πάντα καθόριζε ενδόμυχα την εξωτερική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο πως μέχρι την πτώση του επίσης ατυχώς λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι σχέσεις μας με ΟΛΟΥΣ όσους συνορεύαμε ήταν από εχθρικές μέχρι εμπόλεμες. Ακόμα και μετά με τη δημιουργία των νέων κρατών που προέκυψαν από τη Γιουγκοσλαβική διάλυση, μόνο με τους «ομόδοξους» Σέρβους οι σχέσεις μας είναι φιλικές. Τους  εμπορικά συμμάχους και προσκολλημένους όπως και εμείς στο αμερικανικό άρμα Βούλγαρους ποτέ δεν πάψαμε να αντιμετωπίζουμε με καχυποψία. Για τους Τούρκους ούτε κουβέντα. Ο μεγαλοϊδεατισμός και η αναπόληση της ιστορικά αυθαίρετα  βαπτισμένης ως Ελληνικής  Βυζαντινής αυτοκρατορίας   (ο Ζαμπέλιος και ο Παπαρρηγόπουλος που επινόησαν τη σύνδεση για πρώτη φορά στις αρχές του περασμένου αιώνα το έπραξαν για καθαρά λόγους ανύψωσης ενός καταρρακωμένου από χαμένες πολεμικές αντιπαραθέσεις λαού και σε μια περίοδο που η Ευρώπη ξεκινούσε να «αποχαρακτηρίζει» την κραταιά ως τότε αντίληψη οπισθοδρομικότητας της Βυζαντινής περιόδου)  ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της παιδείας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ακόμα και μετά την πτώση της χούντας που η αριστερά επικράτησε στην εκπαιδευτική στόχευση ο μεγαλοϊδεατισμός και η ανωτερότητα δεν πειράχτηκαν. Η εκκλησία, ένας ακραία συντηρητικός θεσμός ουδέποτε έπαψε να έχει λόγο στα εκπαιδευτικά και όχι μόνο συγγράματα. Το δόγμα του επίσης ιστορικά άκαιρου ελληνορθόδοξου πολιτισμού αποτελούσε ανέκαθεν κρατικό θέσφατο και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση στο λαό
    Στη δημόσια διοίκηση οι διώξεις για πολιτικούς λόγους αποτέλεσαν «λογική» συνέπεια αλλαγής κυβερνήσεων με τον συνδικαλισμό της γάγγραινας μπροστάρη. Τα πανεπιστήμια εξελίχτηκαν σε μέρη που η ελευθερία των απόψεων ήταν άμεσα συνυφασμένη με τη βία και τον αποκλεισμό των φορέων της άποψης που δεν συνάδει με την άποψη του πιο δυνατού στη βία. Ακόμα και στην τέχνη, η προοδευτικότητα ασχολήθηκε περισσότερο με την αποκατάσταση της αριστεράς παρά με την απαλλαγή του κακέκτυπου ελληνοπρεπούς Κανόνα. 
   Αντίστοιχα, η στάση ζωής της ελληνικής κοινωνίας ήταν ανέκαθεν διαποτισμένη από τη βία και τις φασιστικές εκφάνσεις.  Στον πρώτο βαθμό κοινωνικοποίησης η ενδοοικογενειακή βία, οι φαλλοκρατικές αντιλήψεις, και η επιβολή του νόμου του ισχυρού παρ ότι θεωρητικά με την πάροδο των χρόνων κρίνονταν καταδικαστέες και όχι αποδεκτές, στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία δεν έπαψε ποτε να βρίθει από περιστατικά που αποτελούν την καλά κρυμμένη πίσω από την εστιακή πόρτα πλειοψηφία.
   Η βία πάντοτε αποτελούσε το βασικό συστατικό της διεκδίκησης ή της επιβολής. Λεκτική, ψυχολογική ή σωματική έκανε και κάνει αισθητή την παρουσία της παντού. Η έννοια του διαλόγου ταυτίζεται με το αδιέξοδο, ενώ η ζύμωση και η σύνθεση απόψεων αποτελεί κάτι μάλλον ουτοπικό. Η λογική του όχλου και της πλειοψηφίας καθόριζε πάντα το «δίκιο». Από τη διεκδίκηση μέχρι την αισθητική. Οτι δεν συνάδει με τη λογική της «κοινής γνώμης» τείθονταν πάντα στο περιθώριο ή αφορούσε μικρές ομάδες που συνήθως αντιμετώπιζαν τη χλεύη του όχλου ή την αγανάκτηση. Τα ΜΜΕ ανέκαθεν χάιδευαν και συντηρούσαν αυτό το «παιχνίδι» που συνεχιζόταν αέναα.
Παρ όλα αυτά, η ανάπτυξη και η ευμάρεια δεν έδωσαν χώρο να μετουσιωθεί η φασιστική αντίληψη σε κίνημα. Η ατιμωρησία όμως, η ανομία και το δίκιο του δυνατότερου διαμόρφωνε και χαλύβδωνε συνειδήσεις. Το άκρο δεν χρειαζόταν να αφυπνιστεί.

   Η πρώτη αφύπνιση του ακροδεξιού «πατριωτικού» άκρου έγινε την περίοδο Σημίτη. Συνεπικουρούμενη από την αντιπολίτευση – ο Κώστας Καραμανλής μπορεί να αποδείχτηκε ανάξιος ως κυβερνήτης αλλά μόνο ως ακραίος ή φιλοφασιστας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί- η τότε κυβερνητική ομάδα προσπάθησε να αποδεσμευθεί  από τα παραδοσιακά «αξιώματα» με τη μαθηματική έννοια του όρου. Ωμα , απότομα και περνώντας όμως στο άλλο ακρο όπου οτιδήποτε είχε να κάνει με την έννοια πατρίδα, σύμβολο ή παράδοση αντιμετωπίστηκε με απαξία. Η τακτική αυτή ανέδειξε τον Χριστόδουλο -μια από τις πιο επικίνδυνες κατά την προσωπική μου γνώμη προσωπικότητες- σε αντίπαλο πόλο. Η «μάχη των ταυτοτήτων» ήταν απλά ένα περιστατικό στον πόλεμο δυο κόσμων που μόλις άρχιζε. Η ακροδεξιά αντίληψη ένιωθε πλέον σιγά σιγά ασύμβατη με τα κόμματα που βρισκόταν υπό τη σκέπη τους. Ο Καρατζαφερης αποδείχτηκε περισσότερο αριβίστας παρά ακροδεξιός και ο χώρος έμενε ορφανός και πολλά υποσχόμενος. 

   Η συνεχεία είναι γνωστή και τη ζούμε πλέον καθημερινά. Η οικονομική κρίση, η ατιμωρησία, η απαξίωση του πολιτικού συστήματος, η απουσία μεταναστευτικής πολιτικής και όλα όσα έχουν ήδη ειπωθεί, γραφτεί και γράφονται άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου. Ο φασισμός εξελίχθητε, μεταλλάχτηκε υιοθέτησε αριστερή ρητορική για να διεισδύσει  στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα και τα κατάφερε. Η αριστερά και η επικρότηση της βίας σε πολλές περιπτώσεις από τη μεριά της φέρει αρκετές ευθύνες που και αυτές έχουν γραφτεί και αναλυθεί. Ίσως σε σύντομο χρονικό διάστημα γίνουμε μάρτυρες ακροδεξιών τρομοκρατικών χτυπημάτων με τη σιωπηρή επιδοκιμασία του «λαού» . Σήμερα είμαστε ήδη μάρτυρες εκφοβισμού και υποκατάστασης του νόμου με λαική επιδοκιμασία..  Δεν ξέρω όμως τελικά αν είμαστε πολλοί ή λίγοι όσοι βλέπουμε την κατάσταση σαν εφιάλτη. Αυτό που γνωρίζω είναι πως φοβάμαι..


Κυβέρνηση Παπαδήμου. Άλλο ένα “πετυχημένο” πείραμα…

Η ειδησιογραφία περιέχει μια μικρή είδηση…Υπερψηφίστηκε ο προϋπολογισμός για το 2012 με 258 ψήφους.  Αναμενόμενο ασφαλώς  μετά την απόφαση στήριξης της κυβέρνησης Παπαδήμου από τα δύο «μεγάλα» κόμματα. Αναμενόμενη όμως και η θέση της είδησης στην ιεράρχηση της επικαιρότητας.  Λιγότερο σημαντική από την μη πρόκριση του ολυμπιακού και λίγο περισσότερο σημαντική από τον καιρό της επόμενης μέρας. Ενδεχομένως, αν δεν υπήρχε για άλλη μια φορά η ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού που το τελευταίο διάστημα έχει εντρυφήσει στο νέο θεατρικό είδος του αυτό-αγιογραφικού του μονόπρακτου με τακτικές παραστάσεις, να μην αναφερόταν καν ως γεγονός. Και ας αφορά την πιο ουσιαστική διαδικασία της Βουλής που η αποδοχή ή όχι του προϋπολογισμού ενέχει χαρακτήρα ψήφου εμπιστοσύνης.

Η όλη συζήτηση εξάλλου δεν αφορούσε το περιεχόμενο του προϋπολογισμού αλλά περιορίστηκε αφ ενός στη δελφινομαχία από πλευράς Πασόκ, αφ ετέρου στην αποποίηση οποιονδήποτε κυβερνητικών ευθυνών από τη ΝΔ που δεν συγκυβερνά αλλά στηρίζει, αντιπολιτεύεται αλλά και συμπολιτεύεται, έχει υπουργούς αλλά δεν είναι μέλος, και άλλα τραγελαφικά.

Κάτω από αυτό το πρίσμα η κυβέρνηση Παπαδήμου έχει πετύχει μέχρι στιγμής 100% το στόχο της.  Η διακυβέρνηση της χώρας, ο συνεχιζόμενος ολισθηρός δρόμος προς τη βιοποριστική αθλιότητα, τα νέα μέτρα που θα έρθουν μιας και η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί με αλχημείες εξισορρόπησης συσχετισμών πολιτικού κόστους, η συνεχείς πτωχεύσεις ανθρώπων, δεν αποτελούν πλέον είδηση.

Η ζωή στη χώρα κινείται πλέον με αυτόματο πιλότο σε τρία παράλληλα σύμπαντα. Της κοινωνίας, της πολιτικής και της ειδησιογραφίας.  Κι αν για την κοινωνία τα αποτελέσματα της πολιτικής έχουν άμεσο αντίκτυπο, για την πολιτική και την ειδησιογραφία τίποτα δεν τέμνεται προς την κοινωνία.  Τα δύο κόμματα κερδίζουν χρόνο και αναλώνονται σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τη φθορά τους , το Λαός να εκμεταλλευτεί κάθε καιροσκοπική ευκαιρία χαϊδέματος των αυτιών της κοινής γνώμης, ενώ τα κόμματα της αριστεράς να κερδίσουν ποσοστά από την αγανάκτηση με επιχειρηματολογία ανάλογα με το σε ποιο κομμάτι της εκλογικής πίτας στοχεύουν  χωρίς να χρειαστεί να υποβάλουν προτάσεις ή να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα.

Τα ΜΜΕ πάντα στο παιχνίδι της εξουσίας έχουν ταυτιστεί πλήρως με την ύστατη προσπάθεια αυτοσυντήρησης των κομμάτων.  Πλήρης ταύτιση απόψεων, έλλειψη πλουραλισμού που θα ζήλευε ακόμα και η κάποτε κραταιά ΕΡΤ την εποχή που δεν υπήρχαν ελεύθερες συχνότητες για άλλους, πλήρης αγιοποίηση του μονεταριστικού μονόδρομου που ενώ για την υπόλοιπη Ευρώπη καταλήγει σε αδιέξοδο για τη μηντιακή αντίληψη αποτελεί τη νέα μεγάλη ιδέα του έθνους που πρέπει με οποιοδήποτε κόστος να περάσει ως αναγκαία συνθήκη.

Η μη εκλεγμένη Κυβέρνηση Παπαδήμου εμφανίστηκε ως η μοναδική λύση με σκοπό την εκταμίευση της 6ης δόσης και την ολοκλήρωση της συνθήκης της 27 Οκτωβρίου. Μια συνθήκη που ήδη έχει σχεδόν ακυρωθεί μιας και η αποδοχή του περιβόητου κουρέματος –στο οποίο και ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός ήταν αντίθετος!!!- από τους ιδιώτες αποκλείεται όπως  φαίνεται να προχωρήσει.

Θα προχωρήσουν όμως όλες οι συμβάσεις που κανείς υπουργός μονοκομματικής κυβέρνησης δεν θα έβαζε την υπογραφή του υπο το φόβο της ανομίας τους. Θα προχωρήσει η περαιτέρω διάλυση των εργασιακών σχέσεων στο βωμό της ανάπτυξης που δεν θα υπάρξει. Θα προχωρήσει  η περαιτέρω η προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης για τα αδιέξοδα που προκαλούν οι εκλογικές και δημοκρατικές διαδικασίες. Θα προχωρήσει η ανταμοιβή της αντιπαροχής που πρόσφερε η ελληνική ακροδεξιά αυτά τα δύο χρόνια όχι μόνο με την υπουργοποίηση 4 στελεχών της που ήδη έγινε, αλλά με την ανάδειξη τους ως εκφραστές της μετριοπάθειας και της λογικής σε ένα παιχνίδι στρεβλών εντυπώσεων και περαιτέρω συντηρητικοποίησης της κοινωνίας.

Το πείραμα της Κυβέρνησης παρωδίας των 50 υπουργών και υφυπουργών , των 2 αντιπροέδρων και των 3 αρχηγών θα γραφτεί και αυτό στην ιστορία των μεγάλων λαθών με μοναδικούς χαμένους για άλλη μια φορά εμάς και την τραυματισμένη μας δημοκρατία. Αλλά πόσο ακόμα αντέχει αυτός ο τόπος από πειράματα;

Κυβέρνηση Παπαδήμου. Άλλο ένα “πετυχημένο” πείραμα…

   Η ειδησιογραφία περιέχει μια μικρή είδηση…Υπερψηφίστηκε ο προϋπολογισμός για το 2012 με 258 ψήφους.  Αναμενόμενο ασφαλώς  μετά την απόφαση στήριξης της κυβέρνησης Παπαδήμου από τα δύο «μεγάλα» κόμματα. Αναμενόμενη όμως και η θέση της είδησης στην ιεράρχηση της επικαιρότητας.  Λιγότερο σημαντική από την μη πρόκριση του ολυμπιακού και λίγο περισσότερο σημαντική από τον καιρό της επόμενης μέρας. Ενδεχομένως, αν δεν υπήρχε για άλλη μια φορά η ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού που το τελευταίο διάστημα έχει εντρυφήσει στο νέο θεατρικό είδος του αυτό-αγιογραφικού του μονόπρακτου με τακτικές παραστάσεις, να μην αναφερόταν καν ως γεγονός. Και ας αφορά την πιο ουσιαστική διαδικασία της Βουλής που η αποδοχή ή όχι του προϋπολογισμού ενέχει χαρακτήρα ψήφου εμπιστοσύνης. Η όλη συζήτηση εξάλλου δεν αφορούσε το περιεχόμενο του προϋπολογισμού αλλά περιορίστηκε αφ ενός στη δελφινομαχία από πλευράς Πασόκ, αφ ετέρου στην αποποίηση οποιονδήποτε κυβερνητικών ευθυνών από τη ΝΔ που δεν συγκυβερνά αλλά στηρίζει, αντιπολιτεύεται αλλά και συμπολιτεύεται, έχει υπουργούς αλλά δεν είναι μέλος, και άλλα τραγελαφικά. 
   Κάτω από αυτό το πρίσμα η κυβέρνηση Παπαδήμου έχει πετύχει μέχρι στιγμής 100% το στόχο της.  Η διακυβέρνηση της χώρας, ο συνεχιζόμενος ολισθηρός δρόμος προς τη βιοποριστική αθλιότητα, τα νέα μέτρα που θα έρθουν μιας και η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί με αλχημείες εξισορρόπησης συσχετισμών πολιτικού κόστους, οι συνεχείς πτωχεύσεις ανθρώπων, δεν αποτελούν πλέον είδηση.    
   Η ζωή στη χώρα κινείται πλέον με αυτόματο πιλότο σε τρία παράλληλα σύμπαντα. Της κοινωνίας, της πολιτικής και της ειδησιογραφίας.  Κι αν για την κοινωνία τα αποτελέσματα της πολιτικής έχουν άμεσο αντίκτυπο, για την πολιτική και την ειδησιογραφία τίποτα δεν τέμνεται προς την κοινωνία.  Τα δύο κόμματα κερδίζουν χρόνο και αναλώνονται σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τη φθορά τους , το Λαός να εκμεταλλευτεί κάθε καιροσκοπική ευκαιρία χαϊδέματος των αυτιών της κοινής γνώμης, ενώ τα κόμματα της αριστεράς να κερδίσουν ποσοστά από την αγανάκτηση με επιχειρηματολογία ανάλογα με το σε ποιο κομμάτι της εκλογικής πίτας στοχεύουν  χωρίς να χρειαστεί να υποβάλουν προτάσεις ή να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα.
   Τα ΜΜΕ πάντα στο παιχνίδι της εξουσίας έχουν ταυτιστεί πλήρως με την ύστατη προσπάθεια αυτοσυντήρησης των κομμάτων.  Πλήρης ταύτιση απόψεων, έλλειψη πλουραλισμού που θα ζήλευε ακόμα και η κάποτε κραταιά ΕΡΤ την εποχή που δεν υπήρχαν ελεύθερες συχνότητες για άλλους, πλήρης αγιοποίηση του μονεταριστικού μονόδρομου που ενώ για την υπόλοιπη Ευρώπη καταλήγει σε αδιέξοδο για τη μηντιακή αντίληψη αποτελεί τη νέα μεγάλη ιδέα του έθνους που πρέπει με οποιοδήποτε κόστος να περάσει ως αναγκαία συνθήκη. 
   Η μη εκλεγμένη Κυβέρνηση Παπαδήμου εμφανίστηκε ως η μοναδική λύση με σκοπό την εκταμίευση της 6ης δόσης και την ολοκλήρωση της συνθήκης της 27 Οκτωβρίου. Μια συνθήκη που ήδη έχει σχεδόν ακυρωθεί μιας και η αποδοχή του περιβόητου κουρέματος –στο οποίο και ο ίδιος ο σημερινός πρωθυπουργός ήταν αντίθετος!!!- από τους ιδιώτες αποκλείεται όπως  φαίνεται να προχωρήσει.
 Θα προχωρήσουν όμως όλες οι συμβάσεις που κανείς υπουργός μονοκομματικής κυβέρνησης δεν θα έβαζε την υπογραφή του υπο το φόβο της ανομίας τους. Θα προχωρήσει η περαιτέρω διάλυση των εργασιακών σχέσεων στο βωμό της ανάπτυξης που δεν θα υπάρξει. Θα προχωρήσει περαιτέρω η προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης για τα αδιέξοδα που προκαλούν οι εκλογικές και δημοκρατικές διαδικασίες. Θα προχωρήσει η ανταμοιβή της αντιπαροχής που πρόσφερε η ελληνική ακροδεξιά αυτά τα δύο χρόνια όχι μόνο με την υπουργοποίηση 4 στελεχών της που ήδη έγινε, αλλά με την ανάδειξη τους ως εκφραστές της μετριοπάθειας και της λογικής σε ένα παιχνίδι στρεβλών εντυπώσεων και περαιτέρω συντηρητικοποίησης της κοινωνίας.
  Το πείραμα της Κυβέρνησης παρωδίας των 50 υπουργών και υφυπουργών , των 2 αντιπροέδρων και των 3 αρχηγών θα γραφτεί και αυτό στην ιστορία των μεγάλων λαθών με μοναδικούς χαμένους για άλλη μια φορά εμάς και την τραυματισμένη μας δημοκρατία. Αλλά πόσο ακόμα αντέχει αυτός ο τόπος από πειράματα ;

Μεταναστευτικό και Πανεπιστημιακό άσυλο. Όταν η γελοιότητα παραχαράσσει τη δημοκρατία.

    Αν υπάρχει μια λέξη που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει όλα αυτά που συνέβησαν τις τελευταίες μέρες γύρω από το μοναδικής πρωτοτυπίας ζήτημα που καταφέρνει και συγχέει το μεταναστευτικό με το πανεπιστημιακό άσυλο, αυτή δεν είναι άλλη από τη γελοιότητα.. Δυο ζητήματα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους που η ελληνική γελοιότητα μικροπολιτικών τακτικών, πολιτικών ενοχών, και μηντιακής φαυλότητας κατάφεραν να ταυτίσουν και να αναγάγουν αυτή την ταύτιση, όχι φυσικά ως ουσία μιας και δεν συγχέονται, αλλά ως θέμα των ημερών.
    Το μεταναστευτικό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας –που περιλαμβάνει ΚΑΙ τους μετανάστες μιας και οι κοινωνίες δεν χωρίζονται σε ντόπιους και μη- εδώ αρκετά χρόνια. Πρόβλημα που λόγω απουσίας πολιτικών αντιμετώπισης και ενσωμάτωσης, στρουθοκαμηλίζουμε διογκώνοντας το. Το πανεπιστημιακό άσυλο ΔΕΝ αποτελεί ζήτημα η ύπαρξη του μιας και είναι ΑΥΤΟΝΟΗΤΗ, αλλά η ερμηνεία του.
    Είδαμε αυτές τις μέρες για άλλη μια φορά τις γνωστές αυτόκλητες ομάδες εναντίωσης ή υπεράσπισης που δεν έχουν κανένα πρόβλημα στο να συγχέουν το οποιοδήποτε ζήτημα στο βωμό της αρρωστημένης διχαστικής «αλήθειας» τους. Τις ομάδες της άκρας δεξιάς που έχουν αναγάγει την παρουσία των μεταναστών ως τη μεγαλύτερη απειλή του «έθνους», της κοινωνίας, της ζωής στο «οικόπεδο» που ανήκει αποκλειστικά στους γηγενείς Ελληναράδες και που βλέπει  το πανεπιστημιακό άσυλο ως γκέτο «ανθελληνικών» αναρχοαριστερών ομάδων που υπονομεύει την «πατρίδα». Είδαμε το συνονθύλευμα ομάδων που πέρα από το ότι έχουν καπηλευθεί το όνομα της αριστεράς και του θεωρητικού αναρχισμού δρουν αυτόκλητα ως «προστάτες» σε οποιονδήποτε αλλοδαπό, ανεξαρτήτως του αν είναι κατατρεγμένος ή εγκληματίας, και θεωρούν το πανεπιστημιακό άσυλο ως το θεσμό  που μπορούν να ανθίσουν μόνο οι θεωρίες που  ασπάζονται ή υιοθετούν, με μια φασιστική νοοτροπία βίας και απαγόρευσης που υποτίθεται πως αντιμάχονται.
    Κοντά σε αυτούς,  τα μικροκομματικά συμφέροντα, οι αγκυλώσεις των πολιτικών μας ταγών του μέσου όρου, και τα media που χαλιναγωγούν τις νέες «εθνικές» συνειδήσεις.  Κροκοδείλια δάκρυα για τους απελπισμένους ενώ δεν έκαναν τίποτα για αυτούς ως όφειλαν όχι μόνο σε πολιτικό αλλά ούτε καν σε ανθρωπιστικό επίπεδο, και που η κατάσταση των μεταναστών δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρόταση συμπάθειας στα χείλη τους στα τηλεοπτικά δελτία. Χάϊδεμα στα αυτιά των πολυπληθών πλέον κοινωνικών ομάδων που η παρουσία των υπεράριθμων μεταναστών και η «τοποθέτηση» τους σε γκετοποιημένες περιοχές όχι μόνο έχει δημιουργήσει προβλήματα στην καθημερινότητα τους αλλά και ζουν μέσα σε καθεστώς φόβου, εγκλήματος και ανομίας. Θύματα και οι δύο απουσίας πολιτικής, μέτρων και νόμων που επιχειρεί να ταυτίσει στην κοινή γνώμη τις έννοιες μετανάστης και παραβατικότητα ενώ η εφαρμογή του νόμου είναι αυτονόητο αγαθό για όλους τους κατοίκους ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ ΦΥΛΗΣ, και η παρανομία και η εγκληματικότητα ΔΕΝ έχει διαχωρισμούς σε γηγενή και μη.   
   Και φυσικά το πανεπιστημιακό άσυλο που δεν αντιμετώπισαν ποτέ ως θεσμό διακίνησης ιδεών, απόψεων και ελευθερίας αλλά σαν μια «καυτή πατάτα» στα χέρια τους με  μετατόπιση ευθυνών ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς, υπουργεία, εισαγγελείς και αστυνομία. Όχι γιατί δεν μπορούσαν ή δεν μπορούν να εφαρμόσουν το νόμο ή να δώσουν την πραγματική διάσταση του ασύλου, αλλά γιατί γνωρίζουν και οι ίδιοι όπως και όλοι μας πως το επίπεδο της δημοκρατίας, της ισότητας και της ελευθερίας μας δεν έχει σχέση με αυτό που διατυμπανίζουμε.  Δεν είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο, δεν έχουμε όλοι τα ίδια δικαιώματα, δεν μαθαίνουμε τι πραγματικά συμβαίνει, δεν συναποφασίζουμε και κυρίως παρακολουθούμε ένα κράτος που τόσο οι λειτουργοί του όσο και το ίδιο θεσμικά παρανομεί και αυθαιρετεί καταλύοντας την  έννοια της δημοκρατίας.
Κι αν ο θεσμός του ασύλου για εμάς είναι απολύτως αναγκαίος και στις μέρες που ζούμε γίνεται ακόμα αναγκαιότερος, για τους διαχειριστές της εξουσίας ο περιορισμός του και η συζήτηση γύρω από αυτό με όρους εγκληματολογίας αποτελεί άλλη μια δικλείδα ασφαλείας  διατήρησης μιας δημοκρατίας που ΕΣΚΕΜΕΝΑ ποτέ δεν προήγαγαν.
    Οι 3οο μετανάστες δεν είχαν θέση στο πανεπιστήμιο. Το άσυλο δεν αφορά καμία κοινωνική ομάδα που θέλει να διεκδικήσει τα δίκαια ή άδικα αιτήματα του.  Ο θεσμός του ασύλου δεν μπορεί να θυσιάζεται στο βωμό της μικροπολιτικής ούτε να αποτελεί μέρος διαπραγματεύσεων. Οι μετανάστες, θύματα που πίστεψαν αυτούς που τους παρότρυναν επενδύοντας στο αδιέξοδο τους για να προβάλλουν τη δική τους κοσμοαντίληψη της επένδυσης στο χάος, θύματα που νόμιζαν ότι ακουστούν και θα αντιμετωπιστούν ως άνθρωποι, θα συνεχίσουν να ζουν στην αθλιότητα. Και το κράτος θα συνεχίσει να τους αγνοεί. Ενδεχομένως και να τους «εκδικηθεί» όταν πάψουν να αποτελούν είδηση.  Η συζήτηση για το μεταναστευτικό θα συνεχίσει να αποτελείτε από κραυγές μίσους. Στα γεγονότα της νομικής όμως θα επενδυθεί η περαιτέρω συντηρητικοποίηση των αντανακλαστικών μιας κοινωνίας που παραπαίει και θα ανοίξει ως «επιτακτική» η συζήτηση της αναγκαιότητας  του θεσμού του ασύλου με απώτερο στόχο την κατάργηση του.  Και μέσω της γελοιότητας η λειψή μας Δημοκρατία θα έχει παραχαραχτεί ακόμα περισσότερο.

Κλείνατε επί άκρα δεξιά. Η υπερσυντηρητική κατεύθυνση μιας «προοδευτικής» κοινωνίας

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας με άμεσο αντίκρισμα τόσο στον τρόπο διακυβέρνησης όσο και στις επιλογές κυβερνώντων και αντιπροσώπων και τη στάση της απέναντι σε αυτούς, είναι πως ο  πολιτικός προσδιορισμός του μέσου ψηφοφόρου είναι μάλλον αυθαίρετος και  στερείται ορθής ιδεολογικής προσέγγισης.
    Στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση η οικονομική άνθηση και η ραγδαία άνοδος του βιοτικού επιπέδου έφεραν μια τεράστια αλλαγή  στον τρόπο ζωής και σκέψης. Αυτό δεν είχε μόνο ως αποτέλεσμα την έλλειψη συνάφειας ανάμεσα στη στάση ζωής και τον ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό, αλλά οδήγησε σε μια παντελή σχεδόν απουσία ταξικής συνείδησης μιας και ο ακραίος καταναλωτισμός χωρίς υπόβαθρο οδήγησε τους πολίτες να εντοπίζουν τη θέση τους στην κοινωνική διαστρωμάτωση όχι με πραγματικά κριτήρια αλλά με εν δυνάμει.  Ο πολιτικός προσδιορισμός έπαψε να έχει κοινωνική προέλευση και ιδεολογία και βασίστηκε είτε στην ταύτιση με την οικογενειακή πολιτική παράδοση, είτε στις σχέσεις συναλλαγής και ανταλλαγής ψήφου με «χάρη», είτε σε στρεβλά στερεότυπα που οδήγησαν σε αγκυλώσεις αλλά και οξύμωρα. Εργάτες να αυτοχαρακτηρίζονται δεξιοί, υπέρ της φιλελευθεροποίησης της οικονομίας και ενάντιοι σε κάθε είδος διεκδίκησης, δημόσιοι λειτουργοί που απαξιώνουν με τις πράξεις και τις αποφάσεις τους το κοινωνικό κράτος να αυτοχαρακτηρίζονται σοσιαλιστές, ιδιώτες που στις επιχειρήσεις τους καταπατούν κάθε εργασιακό δικαίωμα και λειτουργούν θυσιάζοντας τα πάντα στο βωμό του κέρδους να αυτοχαρακτηρίζονται αριστεροί κ.ο.κ
    Ειδικότερα μετά τη δεκαετία του 70 που η έντονη πολιτικοποίηση και η μνήμη της χούντας μετατόπισαν τον πόλο του αυτοπροσδιορισμού προς τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, αυτή η μετατόπιση δεν είχε ουσιαστικά πολιτικά και ιδεολογικά δεδομένα μιας και τόσο ο συντηρητισμός όσο και η ο εθνικισμός, όχι μόνο δεν υποχώρησαν αλλά μέσω της «προοδευτικής» αφετηρίας των αποφάσεων μάλλον εδραιώθηκαν και αυξήθηκαν. Ανάλογα και ο ρόλος της Εκκλησίας όχι μόνο δεν υποχώρησε αλλά παρέμεινε κραταιά να επηρεάζει τα πολιτικά δρώμενα με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την εποχή της παντοδυναμίας Χριστόδουλου.
    Κάτι αντίστοιχο, μιας και τα κόμματα δεν είναι τίποτε άλλο από οργανισμούς που εκφράζουν την κοινωνική βάση, ισχύει και στην πολιτική σκηνή. Ειδικότερα μετά την πτώση του αυθαίρετα ονομαζόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την επικράτηση πανευρωπαϊκά του δόγματος της επίσης αυθαίρετα ονομαζόμενης «ελεύθερης αγοράς», τα δύο κόμματα εξουσίας όχι μόνο απεμπόλησαν τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά που τα καθόριζαν αλλά η ταύτιση και η πλήρης εναρμόνιση τους στο νέο δόγμα, πέρα από την πλήρη απουσία «παραγωγής» πολιτικής σκέψης  έκανε τις διαφορές μεταξύ τους όχι δυσδιάκριτες αλλά ανύπαρκτες.  Παραμένει όμως ο αυτοπροσδιορισμός του Πασόκ ως σοσιαλιστικό κόμμα και της Νέας Δημοκρατίας ως κεντροδεξιού με έμφαση στον όρο «λαϊκή δεξιά» που δεν είναι τίποτα διαφορετικό από ότι ο σοσιαλισμός του Πασόκ. Σε επίπεδο προσώπων που εκφράζουν τα κόμματα  τα πράγματα είναι ανάλογα, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις δηλώσεις του κ. Πάγκαλου που μπορεί εύκολα να αυτοχαρακτηρίζεται ως σοσιαλιστής και «προοδευτικός» ανεξαρτήτως του τι εκφράζουν τα λεγόμενα του.
    Σήμερα που η οικονομική ευμάρεια αποτελεί παρελθόν, αυτή η σύγχυση του ιδεολογικού προσδιορισμού της κοινωνίας με ΜΗ πραγματικά κριτήρια όχι μόνο αποτελεί τον καταλύτη της πολιτικής στρέβλωσης αλλά οδηγεί την κοινωνία σε όλο και πιο συντηρητικές και εθνικιστικές  θέσεις. Το τείχος του Έβρου, η γκετοποίηση περιοχών, οι ακραίες αντιδράσεις και η επιχειρηματολογία στην πιθανή ανέγερση του Τζαμιού, οι ναζιστικοί χαιρετισμοί στο συμβούλιο του Δήμου της Αθήνας από ΕΚΛΕΓΜΕΝΟ δημοτικό σύμβουλο, η κατακραυγή σε οποιαδήποτε απόπειρα απεμπλοκής της παιδείας από εθνικιστικές κορώνες και θρησκευτικό προσηλυτισμό, η διαρκής περιχαράκωση στον ελλαδικό μικρόκοσμο, η εναντίωση σε κάθε μορφής απεργία, και γενικά η υιοθέτηση ακραίων υπερσυντηρητικών απόψεων που άλλοτε θα έμοιαζαν ως θέσεις της άκρας δεξιάς και μάλλον της εξωκοινοβουλευτικής, όχι μόνο βρίσκουν οπαδούς, όχι μόνο υιοθετούνται από το πολιτικό φάσμα, αλλά αποτελούν σήμερα και κυρίως ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ τις θέσεις της λεγόμενης κοινής γνώμης. Αυτής που δημοσκοπικά (με όλες τις ενστάσεις εγκυρότητας) τοποθετεί τον εαυτό της κατά 60% Αριστερά στο δίλλημα Δεξιά ή Αριστερά και την ίδια στιγμή κατά 70% θεωρεί την ανέγερση του τοίχους στον Έβρο αναγκαία, το θρησκευτικό δικαίωμα των αλλοθρήσκων ως απειλή κ.ο.κ. Κι αν οι δημοσκοπήσεις λόγω του προπαγανδιστικού τρόπου που λειτουργούν και τη διαπλοκή των εταιριών που τις διεξάγουν με την εξουσία δεν μπορούν να αποτελέσουν έγκυρο εργαλείο ως προς τα ποσοστά, την τάση τη βλέπουμε καθημερινά στον κοινωνικό βίο. 
    Μια κοινωνία που περιχαρακώνεται και βαδίζει συνεχώς προς το άκρο και τη συντήρηση, που παράγει στο φαντασιακό της «εχθρούς», που «σκληραίνει» και που απομονώνεται ατομοκεντρικά.  Κι αν δεν «ξυπνήσουμε» να δούμε την πραγματικότητα της θέσης μας στο κοινωνικό φασμα, αν δεν αναθεωρήσουμε τους εικονικούς αυτοπροσδιορισμούς μας, αν δεν δούμε «κατάματα» την πραγματική διάσταση των προβλημάτων μας και της αντίδρασης μας, τότε όχι απλά θα έχουμε ανοίξει κι άλλο την πόρτα στη βία που είναι διαχαστική και παρούσα, όχι μόνο θα ζήσουμε την απέραντη ισοπέδωση του κοινωνικού ανθρωπισμού, όχι μόνο θα συνεχίσουμε να επιλέγουμε αντιπροσώπους με στρεβλα κριτήρια αλλά και ο δρόμος προς το αύριο θα εξακολουθεί να έχει ΚΑΙ τα δικα μας εμπόδια..

Γκετοποίηση περιοχών και «καθεστώς» Αγίου Παντελεήμονα. Το είδωλο του καθρέφτη μιας κοινωνίας που παραμορφώνεται

Τις απόψεις μου για το θέμα των μεταναστών τις έχω αναπτύξει στο παρελθόν στην  ανάρτηση Μεταναστευτικό ζήτημα και Άκρα Δεξιά.  Μόνο που τα όσα συμβαίνουν σε καθημερινή βάση στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα δεν αποτελούν πεδίο φιλολογικής συζήτησης και ανάπτυξης απόψεων αλλά ντροπής.
   Το Σάββατο το βράδυ   «αγανακτισμένοι κάτοικοι»  σύμφωνα με το mediako όρο επιτέθηκαν σε τζαμί εγκλωβίζοντας πέντε ανθρώπους για μιάμιση ώρα. Ένα ακόμα περιστατικό βίας που ασφαλώς δεν αποτελεί είδηση στην ζωή της πόλης αλλά μέρος της καθημερινότητας σε μια περιοχή που επιλέγεται πλέον συμβολικά να χαρακτηρίζει τη βαρβαρότητα μας και την αρρώστια της ψυχής μας.  
   Μια περιοχή που ο ρατσισμός μπορεί να ανθίσει και να δράσει εγκληματικά χωρίς να υπόκειται σε νόμους, που η συντεταγμένη πολιτεία με την εκκωφαντική και προφανώς εσκεμμένη απουσία της μπορεί να περνά το μήνυμα του εθνικιστικού της υπόβαθρου και της ξενοφοβίας της, μια περιοχή «τρύπα» στον χάρτη που έχει μεταβληθεί στο επίσημο προτεκτοράτο της Χρυσής Αυγής. Ένας «πιλότος» της μελλοντικής  γκετοποίησης πολλών περιοχών της Αθήνας  που για να γίνει «κοινωνικά αποδεκτή» χρειάζεται αίμα και «αγανακτισμένους πολίτες», και που θα αποτελέσει -όταν τα πράγματα φτάσουν στο σημείο που περιμένουν- το επίκεντρο μιας στρεβλής μεταναστευτικής συζήτησης.
    Μέχρι να συμβεί αυτό θα μπορούν εύκολα οι «προστάτες» της περιοχής να εξωτερικεύουν τη βία της  αρρωστημένης «πολιτικής» που πρεσβεύουν, να δίνουν ραντεβού χουλιγκανικού τύπου με ανεγκέφαλους αυτοαποκαλούμενους «αριστεριστές», να αποτελούν το νόμο και την τάξη, να καθορίζουν τις ζωές των κατοίκων ελλήνων και μη σε ένα καθεστώς ντροπής για μια χώρα που θέλει να λέει πως σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα.
    Τα όσα συμβαίνουν σήμερα στον Άγιο Παντελεήμονα αποτελούν το είδωλο στον καθρέφτη μιας κοινωνίας που παραμορφώνεται και που θα έπρεπε μαζί με το περιβάλλον να αποτελούν το πρώτο θέμα στην ατζέντα των επερχόμενων εκλογών. Εκτός  βέβαια εάν  έχουμε αποδεχτεί την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια ως υποπροϊόντα των σκουπιδιών μας….